Εσωτερική μετανάστευση και χώρος στην Ελλάδα

 

Ελισάβετ Κυριαζή - ΄Αλλισον, Οικονομολόγος, Ειδικός Λειτουργικός Επιστήμονας, Ινστιτούτο Αστικής και Αγροτικής Κοινωνιολογίας, Ε.Κ.Κ.Ε

 

 

 

Λέξεις – κλειδιά

 

Εσωτερική μετανάστευση - δημογραφία - μεθοδολογικά θέματα

 

Εισαγωγή

 

Η μετανάστευση είναι φαινόμενο σύνθετο και ποικιλόμορφο ως προς τις αιτίες που το παράγουν, ως προς τα αποτελέσματα που προκαλεί αλλά και ως προς τον τρόπο που αποτυπώνεται στο χώρο.

Σαν μια έκφραση ανθρώπινης συμπεριφοράς είναι ευαίσθητη στις αλλαγές των πολιτικών, κοινωνικο-οικονομικών και πολιτισμικών συνθηκών στο χρόνο και στο χώρο, σε μια πολυσύνθετη αλληλεπίδραση δυναμικών που έχουν σχέση τόσο με τον εθνικό και περιφερειακό χώρο όσο και με το διεθνές πλαίσιο της εποχής.

Μπορεί να διαφέρει ως προς την  τυπολογία, τα ποιοτικά αλλά και ποσοτικά χαρακτηριστικά της στις διάφορες κοινωνίες και χωρικές ενότητες, αλλά και εξ ίσου σημαντικό, στη μεγάλη διάρκεια του χρόνου στις διαφορετικές κοινωνίες, αλλά και μέσα στην ίδια κοινωνία, το φαινόμενο μπορεί να εκδηλωθεί με διαφορετική μορφή.

Η Εσωτερική Μετανάστευση είναι μία κατ’ εξοχή δυναμική συνιστώσα του «χώρου». Η εξέλιξη κάθε τοπικού πληθυσμού εξαρτάται από την αλληλεπίδραση των γεννήσεων, των θανάτων και της μετανάστευσης. Δύο είναι οι βασικές ροές σε κάθε πληθυσμιακό σύστημα - ο αριθμός των ατόμων που εισέρχονται στο σύστημα και ο αριθμός των ατόμων που εξέρχονται από αυτό. Τα άτομα γεννιούνται μέσα σε ένα πληθυσμιακό σύνολο, γερνούν  με την πάροδο του χρόνου, ίσως να αναπαραχθούν και θα εγκαταλείψουν τον πληθυσμό λόγω μετανάστευσης  ή αναπόφευκτα λόγω θανάτου. Η μείωση των επιπέδων γεννητικότητας και τα σταθερά επίπεδα της θνησιμότητας στις πιο πολλές ανεπτυγμένες χώρες έχουν αναδείξει τη μετανάστευση σαν ουσιώδη παράγοντα της περιφερειακής πληθυσμιακής αλλαγής. Σαν τελικό αποτέλεσμα η μετανάστευση όχι μόνον επιδρά στο μέγεθος του πληθυσμού της περιοχής αλλά επίσης αλλάζει τη δομή / σύνθεση του πληθυσμού αυτού επιλεκτικά, προσθέτοντας ή αφαιρώντας πληθυσμό με διακριτά χαρακτηριστικά.

Με  την συστηματική μελέτη των πληθυσμιακών συστημάτων, αναλύοντας τους τύπους του πληθυσμιακού μεγέθους, της δομής, της σύνθεσης και της κατανομής των τύπων αυτών που προέρχονται από τις σχέσεις μεταξύ των δημογραφικών παραγόντων (γεννητικότητα, θνησιμότητα, μετανάστευση) ασχολείται η (τυπική) δημογραφία ενώ η κοινωνική δημογραφία έχει ως στόχο να αναγνωρίσει, να εμφανίσει και να αναλύσει συστηματικά και με ακρίβεια τις συνδέσεις των κοινωνικών και δημογραφικών διαδικασιών. Η πολυπεριφερειακή δημογραφία επικεντρώνεται στην εξέλιξη των αλληλεξαρτωμένων δημογραφικών συνιστωσών σε μια δυναμική  θεώρηση των διαδράσεων στο χώρο.

Το 1960 ο Dudley Kirk στον λόγο του στην Population Association of America αναφέρθηκε  στη μετανάστευση σαν το αποπαίδι της δημογραφίας. 23 χρόνια αργότερα  (1983) ο ίδιος παραδέχεται ότι τα λόγια του ισχύουν ακόμα. Πράγματι, γιατί υπάρχει μια απροθυμία στην σε μεγαλύτερο βάθος έρευνα του φαινομένου;

 

Ορισμός και πηγές στοιχείων της εσωτερικής μετανάστευσης στην Ελλάδα  και διεθνώς– Προβλήματα

 

Ο όρος κινητικότητα  χρησιμοποιείται ως ευρύτερη έννοια στις μελέτες της μετανάστευσης. Περιλαμβάνει όλα τα είδη των μετακινήσεων στο χώρο, εποχιακές και μόνιμες και καλύπτει μετακινήσεις διαφόρων αποστάσεων.

Η λέξη μετανάστευση έχει χρησιμοποιηθεί για δύο σχετικούς αλλά διαφορετικούς δείκτες της κινητικότητας: αριθμός μεταναστεύσεων (όπου η μετανάστευση θεωρείται σαν γεγονός όπως η γέννηση και ο θάνατος) και αριθμός μεταναστών (όπου η μετανάστευση θεωρείται σαν μετάβαση από την μία κατάσταση στην άλλη). ΄Ετσι ένα από τα κεντρικά προβλήματα στην μέτρηση της μετανάστευσης ξεκινά σαν αποτέλεσμα των διαφορετικών πηγών πληροφοριών.

Ο όρος μετανάστευση είναι πιο αυστηρός και σχετίζεται με την αλλαγή κατοικίας για μια τουλάχιστον ελάχιστη περίοδο χρόνου. Ο επιχειρησιακός ορισμός που δίνεται διεθνώς για την εσωτερική  μετανάστευση είναι  «αλλαγή κατοικίας από μια διοικητική μονάδα σε μια άλλη στο εσωτερικό τις ίδιας χώρας»  (United Nations,1978)

Κύρια πηγή στοιχείων για την εσωτερική μετανάστευση διεθνώς αποτελούν οι εθνικές απογραφές πληθυσμών. Τα άτομα κατηγοριοποιούνται ως μετανάστες ή μη, με ειδικές ερωτήσεις που αφορούν είτε στον τόπο κατοικίας τους πριν την απογραφή (σε δεδομένη περίοδο αναφοράς το έτος, ή τα πέντε έτη), είτε  στον τόπο γέννησης, είτε στον τόπο συνήθους διαμονής, ή και σε συνδυασμούς αυτών.

Τα στοιχεία που προέρχονται από τις απογραφές παρουσιάζουν μειονεκτήματα. Αναφέρουμε μερικά: πρώτον, αφορούν και μόνον την περίοδο αναφοράς, (π.χ έτος, πενταετία), δεύτερον, δεν περιλαμβάνουν τις ενδιάμεσες μεταναστεύσεις / μετακινήσεις που έχουν πραγματοποιηθεί στην περίοδο αναφοράς, τρίτον, τα στοιχεία είναι συνολικά (aggregate) και τέταρτον, δεν υπάρχουν πληροφορίες για τους λόγους οι οποίοι υποκίνησαν τη μετανάστευση.

Σε μικρότερη έκταση για την μελέτη της εσωτερικής μετανάστευσης χρησιμοποιούνται α) αρχεία (κατάλογοι νοικοκυριών, αρχεία από τα συστήματα υγείας κα) όπου μπορεί να γίνει μελέτη των στοιχείων σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο, β) ειδικά σχεδιασμένες δειγματοληπτικές έρευνες πάνω στο θέμα.

Πηγή στοιχείων για την εσωτερική μετανάστευση στην Ελλάδα είναι αυτά που συγκεντρώνει η ΕΣΥΕ, σύμφωνα με τις διεθνείς οδηγίες χρησιμοποιώντας το κριτήριο της «πενταετούς περιόδου αναφοράς», στις ανά δεκαετία διεξαγόμενες απογραφές πληθυσμού - κατοικιών.

 

Εσωτερική μετανάστευση στην μεταπολεμική Ελλάδα

 

Τα μεταναστευτικά ρεύματα στο εσωτερικό της χώρας στη δεκαετία του 1940 προκαλούνται από την εμπόλεμη κατάσταση που έζησε η Ελλάδα στην περίοδο αυτή.

Η δεκαετία του ‘40 είναι η πιο δραματική και πιθανότατα η πιο ουσιαστική σε ότι αφορά τις μαζικές μετακινήσεις των πληθυσμών, και των πόλεων και της υπαίθρου. Για την περίοδο αυτή που δεν έχει μελετηθεί ιδιαίτερα (Κοτζαμάνης:1990) έχουμε λίγα αριθμητικά στοιχεία, και ο χειρισμός τους πρέπει να γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή.

Από την δεκαετία του ‘50 και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970, η μετακίνηση των εσωτερικών μεταναστών, επιλεκτική σχεδόν ως προς την Αθήνα και την Θεσσαλονίκη, οι οποίες συγκέντρωναν και το μεγαλύτερο μέρος της βιομηχανίας της χώρας, συνετέλεσε στην πληθυσμιακή υπερσυγκέντρωση των δύο αυτών πόλων.  Συγχρόνως και παράλληλα με την εξωτερική μετανάστευση, η οποία έφθασε σε σημείο αιχμής στην δεκαετία του 60, συνετέλεσαν στην αύξηση του μεγέθους των αστικών κέντρων και την συρρίκνωση του πληθυσμού των περισσότερων περιοχών της υπαίθρου, παρόλο που στην περίοδο αυτή οι συνθήκες στον αγροτικό χώρο βελτιώθηκαν. Η ενδοαγροτική μετανάστευση, είχε μια αξιοσημείωτη παρουσία στην περίοδο αυτή. Στο τέλος της δεκαετίας του 1970, τα στοιχεία της απογραφής, έδειξαν πτώση του ρυθμού αύξησης του πληθυσμού των Π.Σ Αθηνών και Θεσσαλονίκης και εμφανίστηκαν οι πρώτες τάσεις για αναστροφή των μεταναστευτικών κατευθύνσεων. Μειώθηκαν οι μεταναστεύσεις από τις αγροτικές περιοχές στις πόλεις αλλά και προς τις άλλες αγροτικές περιοχές και καταγράφηκαν  οι πρώτες ενδείξεις για «αναχωρήσεις» από τις πόλεις προς την ύπαιθρο. Στην πενταετία 1975-81, η οποία συμπίπτει χρονικά με την διεθνή οικονομική ύφεση  αλλά και με την πρώτη μεταπολιτευτική περίοδο στην Ελλάδα, έχουμε και τον μεγαλύτερο όγκο εσωτερικών μεταναστών. (πίνακας 1).

 

Πίνακας 1.  Βασικοί τύποι μεταναστευτικών ροών μεταξύ περιοχών διαφορετικού βαθμού αστικότητας

 

Εσωτερικοί μετανάστες

1955-61

1965-71

1975-81

1985-91

(.000)

(%)**

(.000)

(%)**

(.000)

(%)**

(.000)

(%)**

Σύνολο εσωτερικών μεταναστών*

Μεταναστεύσαντες από: σε:

644,8

 

764,5

 

806,0

 

598,9

 

Από αγροτικές περιοχές

στην Αθήνα

107,8

16,7

117,0

15,3

98,5

12,2

30,4

5,1

Από αγροτικές περιοχές

σε άλλες αστικές περιοχές

108,9

16,9

138,7

18,1

129,5

16,1

49,6

8,3

Από αγροτικές περιοχές

σε άλλες αγροτικές περιοχές

108,6

16,8

83,8

11,0

55,9

6,9

26,6

4,4

Από άλλες αστικές περιοχές

στην Αθήνα

72,8

11,3

93,8

12,3

79,4

9,9

47,2

7,9

Από αστικές περιοχές

σε άλλες αστικές περιοχές

35,4

5,5

53,8

7,0

77,7

9,6

73,3

12,2

Από αστικές περιοχές

σε αγροτικές περιοχές

23,4

3,6

26,5

3,5

45,6

5,7

73,9

12,3

Από την Αθήνα

σε άλλες αστικές περιοχές

18,9

2,9

31,6

4,1

63,2

7,8

60,3

10,1

Από την Αθήνα

σε ημιαστικές περιοχές

9,2

1,4

14,9

1,9

38,5

4,8

52,5

8,8

Από την Αθήνα

 σε αγροτικές περιοχές

12,3

1,9

18,7

2,4

48,6

6,0

64,4

10,8

* Δεν συμπεριλαμβάνονται οι μετακινηθέντες εντός των Π.Σ Αθηνών και  Θεσ/νίκης

** Ως ποσοστό επί του συνόλου όλων των μεταναστεύσεων της περιόδου

Πηγή: ΕΣΥΕ, Αποτελέσματα απογραφών πληθυσμού 1961, 1971, 1981, 1991 (ίδιοι υπολογισμοί)

 

Στην δεκαετία του ‘80 με την πλήρη ένταξη της Ελλάδος στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα διαμορφώνεται ένα νέο οικονομικό και κοινωνικό πλαίσιο. Τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα (1986), το Πρώτο Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης (1988), η Κοινή Αγροτική Πολιτική βοήθησαν στην καλυτέρευση των όρων στον γεωργικό τομέα αλλά και στην ανάπτυξη της περιφέρειας γενικότερα. Την ίδια περίοδο η Ελλάδα μεταλλάσσεται από χώρα «εξόδου» σε χώρα «εισόδου» όσον αφορά την διεθνή μετανάστευση. Στην δεκαετία αυτή, οι αλλαγές στην χωρική κατανομή του πληθυσμού εντοπίζονται, στην πτώση του ρυθμού πληθυσμιακής αύξησης των αστικών κέντρων γενικά και στην  πληθυσμιακή ανάκαμψη ζωνών της υπαίθρου, κυρίως των παράκτιων/ νησιωτικών και καταγράφεται πιο έντονα η τάση για σταθεροποίηση της γεωγραφικής κατανομής του πληθυσμού.

Η εσωτερική μετανάστευση της περιόδου 1985-91 εμφάνισε, δύο κύρια χαρακτηριστικά: (πίνακας 1)

Α. Μείωση του όγκου της εσωτερικής μετανάστευσης  - Ύφεση του φαινομένου

Έχουμε μια σημαντική πτώση του αριθμού των εσωτερικών μεταναστών τόσο σε απόλυτο όσο και σε ποσοστό στο σύνολο των μελών των νοικοκυριών της χώρας (9 στα 100 μέλη των Ελληνικών νοικοκυριών είχαν αλλάξει τόπο κατοικίας μεταξύ 1975-81 ενώ ο αριθμός αυτός μόλις φθάνει τα 6,2 μέλη το 1985-91). Η ύφεση προκλήθηκε από τα αστικά κέντρα, όλων των μεγεθών, τα οποία προσέλκυσαν λιγότερους μετανάστες στην περίοδο 1985-91.

Β. Τάση για αναστροφή των μεταναστευτικών κατευθύνσεων.

Η τάση πληθυσμιακής αποκέντρωσης της προηγουμένης περιόδου ενισχύεται  χωρίς όμως και να μπορούμε να μιλάμε για αυξημένα επίπεδα εισροών αστικής προέλευσης μεταναστών στις αγροτικές περιοχές.

Η ύφεση και η περιορισμένης έκτασης αναστροφή επέδρασαν συνδυαστικά και σωρευτικά στην χωρική έκφραση της εσωτερικής μετανάστευσης. Έτσι η εικόνα του φαινομένου διαγράφεται ως εξής:  (πίνακες 1,2)

 

Πίνακας 2.  Μέλη νοικοκυριών 5 ετών και πάνω ως προς τον τόπο διαμονής κατά τις απογραφές 1981, 1991 και  κατά τον Δεκέμβριο 1975 και 1985 (αντίστοιχα).

Εγκατασταθέντες, αναχωρήσαντες και ισοζύγιο εσωτερικής μετανάστευσης.

 

 

 

 

Τόπος διαμονής

κατά την απογραφή

Μετακινηθέντες κατά την περίοδο

Δεκεμβρίου 1975 – απογραφή 1981

Μετακινηθέντες κατά την περίοδο

Δεκεμβρίου 1985 – απογραφή 1991

Εγκατασταθέντες από άλλη περιοχή της Ελλάδας*

Αναχωρήσαντες προς άλλη περιοχή της Ελλάδας*

Ισοζύγιο εσωτερικής μετανάστευσης

(+ ή -)

 

 

 

 

%

Εγκατασταθέντες από άλλη περιοχή της Ελλάδας*

Αναχωρήσαντες προς άλλη περιοχή της Ελλάδας*

Ισοζύγιο εσωτερικής μετανάστευσης

(+ ή -)

 

 

 

 

%

Σύνολο Ελλάδας

805930

805930

0

 

598931

598931

0

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αστικές περιοχές

528510

377820

150690

2,9

307662

404073

-96411

-1,7

Π.Σ Αθηνών

217190

150240

66950

2,4

96682

177304

-80622

-2,8

Π.Σ Θεσσαλονίκης

77030

44160

32870

5,1

46734

47447

-713

-0,1

Αστικές 50.000 +

76070

47200

28870

5,4

52346

60986

-8640

-1,2

Αστικές 30.000-49.999

87190

67860

19330

3,1

40359

53113

-12754

-2,4

Αστικές 10.000-29.999

71030

68360

2670

0,5

71541

65223

6318

0,8

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ημιαστικές περιοχές

111650

107120

4530

0,4

109893

72976

36917

3,0

Ημιαστικές 5.000-9.999

40670

37650

3020

0,9

50756

28647

22109

4,8

Ημιαστικές 2.000-4.999

70980

69470

1510

0,2

59137

44329

14808

1,9

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αγροτικές περιοχές

165770

320990

-155220

-5,7

181376

121882

59494

2,2

Αγροτικές 1.000-1.999

51780

67720

-15940

-2,2

49709

32334

17375

2,3

Αγροτικές 500-999

51570

95610

-44040

-4,8

56725

29768

16957

1,8

Αγροτικές > 500 κατ.

62420

157660

-95240

-8,8

74942

49780

25162

2,4

*   Δεν συμπεριλαμβάνονται οι μετακινηθέντες εντός των Π.Σ Αθηνών και Θεσ/νίκης

Πηγή: ΕΣΥΕ, Αποτελέσματα απογραφών πληθυσμού 1981, 1991 (ίδιοι υπολογισμοί)

 

 

Α.  Εσωτερική μετανάστευση ως προς τον όγκο, τις μεταναστευτικές ροές και τα μεταναστευτικά ισοζύγια.

Πρώτον: Πληθυσμιακή ανάκαμψη των αγροτικών περιοχών

Η μείωση του αριθμού των αναχωρήσεων, εκροών από τις αγροτικές περιοχές είναι το πιο σημαντικό φαινόμενο της περιόδου. Οι αγροτικές περιοχές ενισχύονται από αστικής-αγροτικής κατεύθυνσης μετακίνηση, ενώ η ενδοαγροτική μετακίνηση έχει φθάσει στα χαμηλότερα επίπεδα της μεταπολεμικής περιόδου.

Δεύτερον: Σμίκρυνση του ρόλου της πρωτεύουσας ως αποδέκτη μεταναστευτικών ροών γενικά.

Ο αριθμός των εγκατασταθέντων στο Π.Σ Αθηνών που προέρχονται από κάποιο άλλο δήμο ή κοινότητα της χώρας εκτός του Πολεοδομικού Συγκροτήματος μειώνεται κατά το ήμισυ από την προηγούμενη απογραφή ενώ ο αριθμός των αναχωρούντων από το Π.Σ. Αθηνών αυξάνει. Έτσι δημιουργείται ένα αρνητικό μεταναστευτικό υπόλοιπο 80 χιλιάδων ατόμων περίπου ή αλλιώς μια απώλεια 2,8% του πληθυσμού της. Η μετανάστευση από τις αγροτικές περιοχές προς αυτήν μειώνεται ακόμη περισσότερο στην περίοδο αυτή.

Τρίτον: Λιγότερες εισροές στα αστικά κέντρα - αρνητικά μεταναστευτικά ισοζύγια

Η εικόνα διαφοροποιείται αν δούμε αναλυτικά τις πληθυσμιακές υποκατηγορίες των λοιπών αστικών περιοχών.

 - Το Π.Σ Θεσσαλονίκης δείχνει το 1985-91 σημεία ανάσχεσης των μεταναστευτικών κινήσεων προς αυτό, σε αντίθεση με το Π.Σ Αθηνών, το οποίο ήδη από το 1975-81 έδειξε αντίστοιχες τάσεις. Η εσωτερική μετανάστευση ουσιαστικά δεν επιδρά στην αύξηση/ μείωση του πληθυσμού του Π.Σ Θεσσαλονίκης αφού οι εισροές/ εκροές εσωτερικών μεταναστών εξισορροπούνται.

- Τα λοιπά αστικά κέντρα στο σύνολό τους φαίνεται ότι και αυτά έλκουν λιγότερο τους εσωτερικούς μετανάστες στην περίοδο 1985-91 αφού ο αριθμός των εγκατασταθέντων σε αυτά μειώνεται σημαντικά ενώ ο αριθμός των αναχωρησάντων από αυτά παραμένει σχεδόν σταθερός.

Αναλυτικά, κατά μέγεθος αστικού κέντρου:

α) Μεγάλες πόλεις των 50.000 κατ. και άνω: Έχουν μικρές πληθυσμιακές απώλειες λόγω αρνητικού μεταναστευτικού ισοζυγίου. Οι πόλεις αυτές αντλούν τους μετανάστες αυτής της περιόδου καταρχήν από την Αθήνα αλλά και από τις άλλες αστικές και αγροτικές περιοχές της χώρας (στην προηγούμενη περίοδο οι είσοδοι σε αυτές προέρχονταν κατά 38% από τις αγροτικές περιοχές).

β) Μεσαίες πόλεις των 30.000-49.999 κατ.:  Πλήττονται περισσότερο από τα άλλα αστικά κέντρα λόγω της μεγάλης πτώσης των εισροών σε αυτές και έχουν από τις μεγαλύτερες απώλειες πληθυσμού της περιόδου (-2,4%) μετά από αυτή του Π.Σ Αθηνών (-2,8%). Οι πόλεις αυτού του μεγέθους τροφοδοτούνται εξίσου με μετανάστες από αγροτικές περιοχές και από τα λοιπά αστικά κέντρα, και λιγότερο από την Αθήνα  (το 1975-81 οι μετανάστες προήλθαν κατά 42% από τις αγροτικές περιοχές).

γ) Μικρές πόλεις των 10.000-29.999 κατ. Δεν παρουσιάζουν αλλαγές στην μεταναστευτική διαδικασία. ΄Εχουν θετική σχέση με τις άλλες αστικές περιοχές, ιδιαίτερα με το Π.Σ Αθηνών (39% των μεταναστών προέρχονται από αυτό) και μικρότερη εξάρτηση από τις περιοχές της υπαίθρου (19%).

Τέταρτον:  Αυξημένος αριθμός εγκαταστάσεων στις ημιαστικές περιοχές με προέλευση κύρια κατοίκους των Π.Σ Αθηνών και Θεσσαλονίκης.

Αυτό καταγράφει εν μέρει την επέκταση των πολεοδομικών συγκροτημάτων προς τους γειτονικούς τους δήμους/ κοινότητες που στατιστικά ταξινομούνται ως ημιαστικοί αλλά ουσιαστικά υπάγονται στο ίδιο λειτουργικό σύνολο (Κυριαζή-΄Αλλισον:1994), (Πετράκος και Μαρδάκης:1999).

Πέμπτον:  Ανάκαμψη των αγροτικών περιοχών κάτω των 500 κατ.

Σε σύγκριση με την προηγούμενη περίοδο 1975-81 οι διαφορές είναι εντυπωσιακές. (πίνακας 2). Όπως δείχνουν τα στοιχεία της ΕΣΥΕ, όχι μόνον ο αριθμός των αναχωρησάντων από αυτές μειώνεται εξαιρετικά αλλά συγχρόνως έχουμε και θετικές εισροές σε αυτές, με αποτέλεσμα, μια αύξηση του πληθυσμού κατά 25 χιλιάδες. Οι εσωτερικοί μετανάστες των μικρών αυτών κοινοτήτων έχουν στην συντριπτική τους πλειοψηφία αστική προέλευση, από το Π.Σ Αθηνών κατά 38% και από τις άλλες πόλεις κατά 33%. Αντίθετα, οι ίδιες αυτές περιοχές στην προηγούμενη περίοδο 1975-81, προσέλκυσαν τους μετανάστες τους κύρια από τις άλλες αγροτικές περιοχές (32%) όσο και από τα αστικά κέντρα.

 

 

Β. Εσωτερική μετανάστευση κατά Περιφέρειες Ανάπτυξης (ΥΠΑ) και βαθμό αστικότητας  (πίνακας 3)

Τα κύρια χαρακτηριστικά της εσωτερικής μετανάστευσης στην περίοδο 1985-91, δηλαδή  η ύφεση και η αναστροφή, γίνονται εμφανή και σε περιφερειακό και σε επίπεδο περιοχών διαφορετικού βαθμού αστικότητας. Όμως τόσο η ύφεση όσο και η αναστροφή δεν εμφανίζονται γεωγραφικά ισόρροπα κατανεμημένες. Έτσι, αν και έχουμε άμβλυνση στην εξέλιξη του φαινομένου στην περίοδο, έχουμε όμως και διατήρηση μέρους των ανισοτήτων. Θα πρέπει λοιπόν να γίνει διάκριση μεταξύ των περιφερειών όπου συνεχίζεται η απώλεια πληθυσμού, αν και σε χαμηλότερα επίπεδα από τις προηγούμενες περιόδους, και εκείνων όπου τα μεταναστευτικά ισοζύγια έχουν σταθεροποιηθεί ή και ακόμη αναστραφεί σε θετικές εισροές πληθυσμών.

 

Πίνακας 3.  Μεταβολή πληθυσμού ως ποσοστό * επί του πληθυσμού αναφοράς της περιοχής, κατά Υπηρεσία Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΥΠΑ), και βαθμό αστικότητας

 

 

Τόπος κατοικίας κατά την απογραφή 1981, 1991

1975-1981

1985-1991

Σύνολο

 

 

%

Αστικές περιοχές

 

%

Ημιαστικές περιοχές

%

Αγροτικές περιοχές

%

Σύνολο

 

 

%

Αστικές περιοχές

 

%

Ημιαστικές περιοχές

%

Αγροτικές περιοχές

%

Ι. Α. Μακεδονίας-Θράκης

-2,3

4,3

-4,6

-6,8

-0,8

-0,3

-2,1

-0,8

ΙΙ. Κεντρικής Μακεδονίας

0,8

4,5

-0,3

-0,6

0,8

-0,3

2,9

1,9

ΙΙΙ. Δυτικής Μακεδονίας

-2,3

4,1

-4,6

-5,1

-1,7

-5,1

-3,9

0,6

IV.Ηπείρου

-5,0

-0,4

0,5

-7,3

0,2

-2,8

-3,0

2,3

V. Θεσσαλίας

-3,6

4,1

-5,3

-10,4

-0,9

2,4

-0,4

0,4

VI.Ιονίων Νήσων

-4,0

0,2

-9,5

-4,1

1,2

-1,5

-2,0

2,8

VII. Δυτικής Ελλάδας

-3,3

2,5

-5,5

-7,9

-0,4

-1,1

-2,9

1,0

VIII. Στερεάς Ελλάδας

-1.2

2,0

2,0

-4,5

2,4

-2,6

3,6

4,4

IX. Αττικής

3,4

2,6

15,6

17,2

0,9

-2,1

14,8

16,5

X. Πελοποννήσου

-3,2

-0,2

-1,7

-5,0

1,7

-2,5

2,1

3,3

XI. Νήσοι Βορείου Αιγαίου

-3,6

-2,5

-3,1

-4,3

-0,7

-4,4

-1,9

1,5

XII. Νήσοι Νοτίου Αιγαίου

-1,3

-2,1

2,0

-2,4

1,5

-3,7

2,8

5,2

XIΙΙ. Κρήτης

-0,5

5,3

-0,8

-4,6

1,4

0,8

1,4

2,0

* Διαφορά εγκατασταθέντων – αναχωρησάντων της περιοχής, ως ποσοστό επί του πληθυσμού των μελών νοικοκυριών 5 ετών και άνω των αντίστοιχων περιοχών

Πηγή: ΕΣΥΕ, Αποτελέσματα απογραφών πληθυσμού 1981, 1991 (ίδιοι υπολογισμοί)

 

Από τον πίνακα 3 διαπιστώνεται μια δυαδικότητα στην αποτύπωση του φαινομένου της εσωτερικής μετανάστευσης σε επίπεδο ΥΠΑ. Διακρίνουμε από τη μια, περιφέρειες με απώλειες πληθυσμού, έστω και σε μικρά ποσοστά, και αυτές είναι «περιφέρειες με σύνθετο πρόβλημα ανεργίας και ανάπτυξης (΄Ηπειρος, Δ. Ελλάδα, Β. Αιγαίο) - περιφέρειες με προβλήματα στην αγορά εργασίας (Αττική, Θεσσαλία, Δ. Μακεδονία)» (Οικονόμου,1996) και από την άλλη, σε περιφέρειες με μικρές πληθυσμιακές αυξήσεις και αυτές είναι περιφέρειες με μεγάλα αστικά κέντρα, με εντατική γεωργία και με συγκριτικό πλεονέκτημα τον τουρισμό.

 

Γ. Εσωτερική μετανάστευση του πεδινού, ημιορεινού και ορεινού πληθυσμού.

Στην περίοδο 1985-91 έχουμε μια μικρή προσέλκυση μεταναστών στις ημιορεινές περιοχές. Η πληθυσμιακή τόνωση μπορεί να αιτιολογηθεί από τις νέες συνθήκες του γεωργικού τομέα που δημιουργήθηκαν σε αυτές όπως π.χ αναδασμός της γης, αναδιάρθρωση των καλλιεργειών, την ανάπτυξη τουριστικών πόλων εσωτερικού τουρισμού, αλλά και λόγω της εξωαστικής επέκτασης κατοικίας (κύριας και δευτερεύουσας/ παραθεριστικής).

 

 

Δημογραφικά και οικονομικά χαρακτηριστικά των εσωτερικών μεταναστών

 

Η εσωτερική μετανάστευση είναι επιλεκτική και ως προς το φύλο και ως προς την ηλικία των μεταναστών. Αυτονόητο είναι εξ άλλου, ότι το ποιος μεταναστεύει είναι σε άμεση συνάρτηση με το πού μεταναστεύει. Συνοπτικά:

- Φύλο:  Εξακολουθεί να ισχύει η παλαιά τάση όλης της μεταπολεμικής περιόδου, η μετανάστευση προς στις αστικές περιοχές να είναι «γυναικεία», ενώ όσο κατεβαίνουμε την πληθυσμιακή κλίμακα της περιοχής του τόπου εγκατάστασης, η μετανάστευση να στρέφεται προς μια μικρή υπεροχή των ανδρών.

- Ηλικία: Στην περίοδο 1985-91 ισχύει ότι και στις προηγούμενες περιόδους, δηλαδή η μετανάστευση να πραγματοποιείται από άτομα ηλικίας των 20-34 ετών, ενώ υπάρχουν ενισχυτικές τάσεις για μετανάστευση της ηλικιακής κατηγορίας 45-64 ετών. Γενικά, μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει μια ανταλλαγή ηλικιών μεταξύ των αστικών κέντρων και των περιοχών της υπαίθρου. Συγκεντρώνουν σε αυτά τους νέους των 19-24 ετών (που υποδηλώνει τριτοβάθμια εκπαίδευση) και στέλνουν τις ώριμες των 45-64 ετών ηλικίες (που πιθανότατα υποδηλώνει πρόωρη συνταξιοδότηση) στις περιοχές της υπαίθρου. ΄Ετσι γίνεται μια ηλικιακή ανταλλαγή στις περιοχές της υπαίθρου όπου εξάγεται νέο εργατικό δυναμικό και εισάγονται συνταξιούχοι και, παρόλο ότι τα μεταναστευτικά ισοζύγια είναι συχνά κοντά στο μηδέν, αυτό προκαλεί μια τροποποίηση της δημογραφικής δομής στις περιοχές προορισμού και προέλευσης. (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 1995)

- Οικονομικά ενεργοί - άνεργοι: Οι εσωτερικοί μετανάστες ανήκουν στην κατηγορία των οικονομικά ενεργών σε ποσοστό υψηλότερο από τους μη μετανάστες των ίδιων περιοχών (49% έναντι 43%) και καταγράφονται ως άνεργοι σε μεγαλύτερο ποσοστό από αυτούς (8,4% έναντι 7,7). Η τάση αυτή είναι γνωστή από τις προηγούμενες περιόδους μετανάστευσης. Η αστική ανεργία είναι υψηλή και πλήττει κυρίως τις γυναίκες μετανάστριες. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι ο όγκος των ανέργων εσωτερικών μεταναστών της χώρας όπου και αν εγκαθίσταται, προέρχεται κατά 66% από τις αστικές περιοχές της χώρας. Οι ημιαστικές και αγροτικές περιοχές, όμως, εμφανίζουν ακόμα υψηλότερα ποσοστά ατόμων με προέλευση τα αστικά κέντρα (περίπου 77%) που δηλώνουν άνεργοι την ημέρα της απογραφής. Πρόκειται για νεαρά άτομα, κυρίως νέες γυναίκες. Μπορούμε ίσως να υποθέσουμε ότι τα άτομα αυτά μετά την φοίτηση τους σε κάποιο Ανώτερο/ Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα σε αστικό κέντρο της χώρας επιστρέφουν στον τόπο καταγωγής τους. Πρόκειται για ανεργία αναμονής,  για  «εποχιακή ανεργία»; Μήπως μπορούμε να ισχυρισθούμε ότι οι περισσότερες ευκαιρίες απασχόλησης στον εξωαστικό χώρο είναι ένας μύθος;

- Κλάδος απασχόλησης: Παρατηρείται ότι τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες μετανάστες έχουν πολύ υψηλότερα ποσοστά απασχόλησης στον κλάδο των τραπεζών/ λοιπών υπηρεσιών  σε σύγκριση με αυτούς που δεν είχαν μεταναστεύσει στην υπό μελέτη περίοδο (άνδρες-μετανάστες 36%/μη μετανάστες 19%, γυναίκες-μετανάστριες 54%/ μη μετανάστριες 37%). Το ποσοστό απασχόλησης στον κλάδο αυτόν μειώνεται καθώς κατεβαίνουμε την πληθυσμιακή κλίμακα του τόπου κατοικίας. Ο κλάδος της βιομηχανίας/ ηλεκτρισμού είναι αξιόλογος κλάδος απασχόλησης για τους εσωτερικούς μετανάστες των αστικών κέντρων. Το εμπόριο/ εστιατόρια/ ξενοδοχεία ενώ στις αστικές και ημιαστικές περιοχές ασκείται σε μεγαλύτερο (ή και ίσο) ποσοστό από τους «ντόπιους», στις αγροτικές περιοχές φαίνεται να κερδίζουν τους μετανάστες που απασχολούνται σε αυτό σε μεγαλύτερα ποσοστά.

- Θέση στο επάγγελμα: Οι εσωτερικοί μετανάστες της περιόδου 1985-91 εμφανίζουν υψηλότερο ποσοστό άσκησης μισθωτής εργασίας (69%) και από τους μη-μετανάστες της ίδιας περιόδου (52%) αλλά και από το μέσο όρο της χώρας για το 1991 (53,5%), φαινόμενο κατανοητό αφού τα επαγγέλματα και ο κλάδος στον οποίο απασχολούνται είναι οι κατεξοχήν τομείς μισθωτής εργασίας.

 

 

 

Τελικές παρατηρήσεις

Επανερχόμαστε στην αρχική ερώτηση: Πόσο «γνωρίζουμε» την εσωτερική μετανάστευση, ειδικά αυτή  που εκδηλώνεται στο σύγχρονο περιβάλλον των τόσο έντονων και γρήγορων αλλαγών; Όσο πιο πολύπλοκο ένα σύστημα τόσο πιο δύσκολα αποκρυπτογραφείται και όσο πιο μακρινοί είναι οι χρονικοί ορίζοντες τόσο πιο αβέβαιοι γίνονται οι ορισμοί. Θα ήταν μεθοδολογικά ίσως πιο σωστό αντί του όρου μετανάστευση (migration) να χρησιμοποιείται ο όρος κινητικότητα (mobility);

Είναι η ύφεση, που καταγράφηκε στο φαινόμενο σε πολλές χώρες του δυτικού κόσμου στην πρόσφατη περίοδο, ένα πραγματικό φαινόμενο, είναι αντικατάσταση των μακροχρόνιων μεταναστεύσεων από μια γενικευμένη κυκλοφορία των ατόμων με προσωρινό χαρακτήρα στον χώρο, ή και τα δυο;

Η κινητικότητα του πληθυσμού είναι μια έννοια σύνθετη και ευρεία. Περιλαμβάνει όχι μόνον τις μόνιμες μεταναστεύσεις και αφορούν όλο τον πληθυσμό αλλά και αυτές που έχουν προσωρινό χαρακτήρα (εποχιακές, εβδομαδιαίες, ή και ημερήσιες, μετακινήσεις προς τον τόπο εργασίας, τόπο σπουδών κλπ.) και αφορούν κυρίως τον οικονομικά ενεργό πληθυσμό αλλά και  μέρος του μη ενεργού. 

Οι απογραφές, όπως είδαμε, συγκεντρώνουν τα στοιχεία της μονιμότερης μετανάστευσης λόγω του φίλτρου «αλλαγή κατοικίας στη συγκεκριμένη πενταετία» και αυτή αποτελεί ένα μέρος μόνον των συνολικών μεταναστεύσεων στο χώρο. Η απογραφή του 1991 στην Ελλάδα έδωσε έναν μεγάλο αριθμό εσωτερικών μεταναστεύσεων  με περίοδο αναφοράς το έτος (260 χιλ. για το 1990-91 έναντι των 600 χιλ. για το 1985-91). Αν υποθέσουμε ότι δεν υπήρξαν «μεταναστεύσεις για  απογραφικούς λόγους», σε τέτοια τουλάχιστον έκταση και προς τέτοιες κατευθύνσεις που να αλλοιώνουν την εικόνα της εσωτερικής μετανάστευσης, τότε έχουμε μια αυξημένη κινητικότητα που καταγράφεται στο μικροδιάστημα του έτους και της οποίας η πληροφορία χάνεται/ καλύπτεται στην περίοδο της πενταετίας όπου συσσωρεύονται οι πιο μακρόχρονες μετακινήσεις. Επί πλέον, αν στον πληθυσμό των μετακινηθέντων την περίοδο 1985-91 προστεθεί και αυτός που πραγματοποίησε ενδιάμεση μετανάστευση στο διάστημα αυτό  (περίπου 40 χιλ. μέλη νοικοκυριών για το 1985-91) και χωρίς να λάβουμε υπόψη μας άλλους συνδυασμούς ενδιάμεσων μεταναστεύσεων, που εξ άλλου αγνοούμε, τότε ο όγκος των μεταναστεύσεων λογικά θα πρέπει να είναι πολύ μεγαλύτερος (Κυριαζή- ΄Αλλισον, 1998). ΄Εχουμε λοιπόν να κάνουμε με έναν πληθυσμό περισσότερο κινητικό από ότι δείχνουν τα στοιχεία της περιόδου 1985-91;

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση φαίνεται ότι κυριαρχούν οι ημερήσιες ή και εβδομαδιαίες μετακινήσεις (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 1995). Οι λόγοι που εξηγούν αυτού του είδους την κινητικότητα είναι η γενικότερη αποσύνδεση τόπου κατοικίας - τόπου άσκησης οικονομικής δραστηριότητας μερικές φορές ακόμη και στον γεωργικό τομέα, τον πιο στενά συνδεδεμένο με τον τόπο κατοικίας. Να υποθέσουμε ότι και στην Ελλάδα συμβαίνει το ίδιο;

Ο μειωμένος αριθμός των μεταναστεύσεων στο εσωτερικό των κρατών της Ενωμένης Ευρώπης αλλά και της Ελλάδας μπορεί να έχουν τις αιτίες τους α) στην γήρανση του πληθυσμού και ως εκ τούτου την εξάντληση των δεξαμενών των «εν δυνάμει» μεταναστών, β) στην ύπαρξη και άλλου απασχολούμενου μέλους στην οικογένεια -περισσότερο από ποτέ έχουμε και την σύζυγο να έχει δική της επαγγελματική ζωή - γεγονός που λειτουργεί ανασταλτικά σε μια απόφαση για μετακίνηση, γ) στην καλυτέρευση του βιοτικού επιπέδου και ως εκ τούτου την αδιαφορία για παραπέρα βελτίωση του δια μέσου της εσωτερικής μετανάστευσης.

Η αλλαγή, «αναστροφή» στις τάσεις των μεταναστευτικών κατευθύνσεων μπορεί να προσδιορισθεί είτε σαν θετική στάση (αριθμός ατόμων που στρέφονται από τις πόλεις στο χωριό), είτε σαν αρνητική στάση (αριθμός ατόμων της υπαίθρου που δεν στρέφονται προς τις πόλεις).

Τα στοιχεία της τελευταίας απογραφής έδειξαν ότι υπάρχει μια μικρής έκτασης αναστροφή μεταναστεύσεων από τις πόλεις των νομών στις περιοχές υπαίθρου του ίδιου του νομού σε μεγάλο μέρος της χώρας (Κυριαζή- ΄Αλλισον, 1998). Αυτή μπορεί να προέρχεται από  εγκατάσταση από την πόλη στο χωριό λόγω συνταξιοδότησης, από μετανάστευση για αλλαγή και του τόπου κατοικίας και του τόπου άσκησης οικονομικής δραστηριότητας στις αγροτικές περιοχές, ή και από μετανάστευση μόνο για αλλαγή κατοικίας χωρίς αλλαγή τόπου εργασίας που εξακολουθεί να είναι η πόλη. Στις δύο πρώτες περιπτώσεις έχουμε ουσιαστική αποσύνδεση με την πόλη (γνήσια αναστροφή), ενώ στην τελευταία, η σχέση με την πόλη παραμένει ισχυρή (πλασματική αναστροφή). Αυτή η τελευταία αποτελεί και το μεθοδολογικό πρόβλημα στο να συλληφθεί η έκταση του φαινομένου.

Πολλοί λόγοι δικαιολογούν την έστω και περιορισμένης έκτασης τάση για αναστροφή των μεταναστευτικών ροών της πρόσφατης περιόδου. Από την μία είναι οι αρνητικοί παράγοντες: δυσμενείς οικονομικές, κοινωνικές, περιβαλλοντικές, οικιστικές συνθήκες που αναπτύχθηκαν τα τελευταία χρόνια στις αστικές συγκεντρώσεις. Από την άλλη οι θετικοί παράγοντες: δημιουργία νέων θέσεων εργασίας στον εξωαστικό χώρο, ανάπτυξη του τουρισμού, βελτίωση των υποδομών στις περιοχές της υπαίθρου, αλλαγή στα καταναλωτικά πρότυπα, κά.

Τα στοιχεία μας όμως σε τόσο μικρό γεωγραφικό επίπεδο (νομό) είναι αξιόπιστα όσον αφορά αυτή την τάση;

Θα καταλήξουμε ότι το φαινόμενο της εσωτερικής μετανάστευσης έχει ανεπαρκέστατα προσεγγισθεί λόγω των μεθοδολογικών προβλημάτων στην μέτρηση του και λόγω των ανεπαρκών πληροφοριών για τη μικροχωρική αποτύπωσή του. Θα προτείνουμε άλλη μια φορά ότι για την καλύτερη μελέτη του απαιτούνται ειδικές μελέτες που με μεθόδους προσέγγισης που θα αφορούν το μεταναστευτικό ατομικό /οικογενειακό ιστορικό θα εμβαθύνουν στις διαδρομές/τροχιές των εσωτερικών μεταναστών και θα δώσουν ένα επεξηγηματικό λόγο για τα αίτια της μετανάστευσης.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ελληνική

 

Γετίμης Π., & Οικονόμου Δ.,  (1992) " Νέες γεωγραφικές ανισότητες και χωρικές πολιτικές στην Ελλάδα",  Τόπος, Τεύχος 4, σσ 3-44

 

Γλυτσός Ν.,  (1988)  Περιφερειακές ανισότητες στην Ελλάδα: Δημογραφικά και οικονομικά χαρακτηριστικά, Επιστημονικές Μελέτες Νο. 27, Αθήνα, ΚΕΠΕ

 

ΕΣΥΕ,  Αποτελέσματα απογραφών πληθυσμού  - κατοικιών 1961, 1971, 1981, 1991, Αθήναι

 

Ευρωπαϊκή Επιτροπή,  (1995)  Ευρώπη 2000+, Συνεργασία για την Χωροταξία στην Ευρώπη, Υπηρεσία Επισήμων Εκδόσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Λουξεμβούργο

 

Κανελλόπουλος Κ.,  (1995)  Εσωτερική μετανάστευση, Εκθέσεις Νο 21, Αθήνα, ΚΕΠΕ

 

Κατοχιανού Δ.,  (1994)  "Οικονομικές και Δημογραφικές Αναδιαρθρώσεις στον Ελληνικό χώρο", στο Οι Δημογραφικές Εξελίξεις στη Μεταπολεμική Ελλάδα, Πρακτικά Δημογραφικού Συνεδρίου, Αθήνα 5-6/10/92, (επιμέλεια Β. Κοτζαμάνης & Λ. Μαράτου- Αλιμπράντη), Λιβάνης-Νέα Σύνορα, Αθήνα, σσ 195-202

 

Κοτζαμάνης Β,  (1990)  "Η κινητικότητα του αγροτικού πληθυσμού στη δεκαετία 1940-1950 και η αναδιάρθρωση του κοινωνικο-δημογραφικού χάρτη της μεταπολεμικής Ελλάδας. Πρώτη προσέγγιση", Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, Τεύχος 77, σσ.  97-126

 

Κυριαζή - Αλλισον Ε.,  (1994) "Ημιαστικός χώρος - Μεταπολεμική εξέλιξή του. Ο ρόλος του στην εσωτερική μετανάστευση" στο Οι Δημογραφικές Εξελίξεις στη Μεταπολεμική Ελλάδα, Πρακτικά Δημογραφικού Συνεδρίου, Αθήνα 5-6/10/92, (επιμέλεια Β. Κοτζαμάνης & Λ.Μαράτου-Αλιμπράντη), Λιβάνης-Νέα Σύνορα, Αθήνα, σσ 277-296

 

Κυριαζή-΄Αλλισον Ε.,  (1998)  «Εσωτερική μετανάστευση στην Ελλάδα του 1990: Τάσεις – προβληματισμοί – Προοπτικές», στο Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, Τεύχος 96-97, Β΄-Γ΄  σ.279-309

 

Οικονόμου Δ.,  (1996)  "Γεωγραφικός Αποκλεισμός", στο Διαστάσεις του Κοινωνικού Αποκλεισμού στην Ελλάδα - Κύρια Θέματα και Προσδιορισμός Προτεραιοτήτων Πολιτικής, (Επιμέλεια Δ. Καραντινός - Λ.Μαράτου-Αλιμπράντη & Ε. Φρονίμου) ΕΚΚΕ, Αθήνα, Τόμος Α, σσ. 172-196

 

Πετράκος Γ., & Π. Μαρδάκης,  (1999) «Οι πρόσφατες μεταβολές στο Ελληνικό Σύστημα Αστικών Κέντρων», στο Οικονόμου Δημήτρης και Γιώργος Πετράκος (επιμέλεια) Η Ανάπτυξη των Ελληνικών πόλεων – Διεπιστημονικές προσεγγίσεις αστικής ανάλυσης και Πολιτικής, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Θεσσαλίας- Gutenberg Βόλος

 

Τζιαφέτας Γ., & Τζουγάς Ι. (1990)  «Προβλήματα στον Περιφερειακό Πληθυσμιακό Σχεδιασμό – Η περίπτωση της Ελλάδας» στα Πρακτικά του Ελληνο-Γαλλικού Συνεδρίου Δημογραφίας, οργάνωση Ελληνική Εταιρία Δημογραφικών Μελετών (ΕΔΗΜ) – Γαλλικό Ινστιτούτο Δημογραφικών Μελετών, (INED) Αθήνα, 18-21 Μαίου 1987

 

Ξενόγλωσση

 

Kuznets S.  (1964)  “Introduction: Population, redistribution, migration, and economic growth”, in Eldridge and Thomas, Population Redistribution and Economic Growth: United States, 1870-1950, Vol. III The American Philosophical Society

 

Lee E.S., (1966) "A theory of migration". Demography, 3, pp. 47-57

 

Ravenstein E.G., (1885) “The laws of migration”, J. Roy. Stat. Soc., 48, pp 167-227

 

Rogers A., & F. J. Willekens,   (1986)  Migration and Settlement – A Multiregional Comparative Study, D.Reidel Publishing Company, Dordrecht

 

Rogers A.,  (1995)  Multiregional Demography - Principles, Methods and Extensions, John Wiley, New York

 

United Nations  (1978) Statistics of Internal Migration: A technical Report, Studies in Methods, Series F no 23

 

United Nations,  (1992)  Preparing Migration Data for Subnational Population Projections, Department of International Economic and Social Affairs, New York

Zelinski W.,   (1971)  "The hypothesis of the mobility transition", Geographical Review, 61, 219-249