Μεθοδολογική προσέγγιση υπολογισμού χωρικών δεικτών. Παραδείγματα από τον Ελλαδικό χώρο.

Βασίλης Παππάς

(η παρούσα εργασία πρωτοδημοσιεύτηκε στο «Δεκαεπτά κείμενα για την πόλη και την ανάπτυξη», Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Βόλος 2000)

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Είναι συνηθισμένο το φαινόμενο η περιγραφή (περιγραφική στατιστική) χωρικών μεταβλητών, δηλαδή μεταβλητών που αναφέρονται στον χώρο και η κατανομή τους διαφέρει από θέση σε θέση, να γίνεται με μη χωρικούς δείκτες ενώ έχουν τεκμηριωθεί βιβλιογραφικά μία σειρά από χωρικούς δείκτες (ο Κ. Κουτσόπουλος [1990] τους αναφέρει και ως γεωστατικούς δείκτες) που προσφέρονται για την περιγραφή και ανάλυση χωρικών κατανομών. [Shaw G., Wheeler D., 1985]

Οι μη χωρικοί δείκτες (αριθμητικός μέσος όρος, σταθερή απόκλιση, κλπ.) είναι δείκτες της κατανομής δεδομένων σε μία μόνο διάσταση. Για παράδειγμα ο αριθμητικός μέσος όρος για τον πληθυσμό εκφράζει μόνο το πόσος είναι αυτός χωρίς να εξαρτάται από το χωρικό σύστημα αναφοράς του, ενώ ο αντίστοιχος χωρικός (χωρικός πληθυσμιακός μέσος ή πληθυσμιακό κέντρου βάρους) εκφράζεται μέσω της θέσης του, δηλαδή από συντεταγμένες σύμφωνα με το χρησιμοποιούμενο σύστημα αναφοράς.

Ο χωρικός μέσος μπορεί να υπολογιστεί για οποιαδήποτε κατανομή στο χώρο, όπως εισόδημα, ενεργός πληθυσμός, βιομηχανική εγκατάσταση, κλπ. Ένα από τα σημαντικά πλεονεκτήματα που παρουσιάζει ο χωρικός μέσος και κατά συνέπεια και οι λοιποί χωρικοί δείκτες – πέρα των άλλων - είναι η εξέταση της ιστορικής τους εξέλιξης, δηλαδή το πώς μετακινούνται πάνω στο χώρο. Επίσης, σε ορισμένες περιπτώσεις ο υπολογισμός τους βοηθά ιδιαίτερα στη χωροθέτηση ορισμένων λειτουργιών, όπως η χωροθέτηση ενός νοσοκομείου στο πληθυσμιακό χωρικό μέσο, κλπ. [Ν. Πολυδωρίδης. 1992], αλλά προπαντός στην σε βάθος κατανόηση της εξέλιξης της συμπεριφοράς χωρικών μεταβλητών.

Η συγκεκριμένη εργασία ασχολείται με μεθοδολογικά ζητήματα υπολογισμού των χωρικών δεικτών, ενώ παράλληλα παρουσιάζονται στοιχεία προβληματικής και απόπειρες ποιοτικής ερμηνείας (ή αλλιώς η λογική διαδικασία δημιουργίας θεματικών / ποιοτικών ερωτημάτων) που δημιουργεί η διαχρονική ή/και θεματική μετακίνηση – μεταβολή των χωρικών δεικτών, και κυρίως του χωρικού μέσου.

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΗ ΕΠΙ ΤΩΝ ΧΩΡΙΚΩΝ ΔΕΙΚΤΩΝ

Η χωρική στατιστική περιγράφει με αριθμητικό και συγκεντρωτικό τρόπο μια ποικιλία χωρικών τύπων που αφορούν χωρικά φαινόμενα και τις κατανομές τους. Η εφαρμογή των διαθέσιμων τεχνικών καθορίζεται από την κλίμακα  των αναπαριστώμενων χωρικά δεδομένων: ποιοτική,  ιεραρχική, ποσοτική και αριθμητική. Οι διαθέσιμες τεχνικές, ουσιαστικά, ομαδοποιούνται σε τρεις διακριτές κατηγορίες: κεντρογραφικές τεχνικές, ανάλυση τύπου σημείων και μετρήσεις χωρικών επιφανειών [Shaw G., Wheeler D., 1985]. Η παρούσα εργασία αναφέρεται στην εφαρμογή κεντρογραφικών τεχνικών με αριθμητικές μεταβλητές.

Οι κεντρογραφικές τεχνικές είναι επέκταση και εφαρμογή της περιγραφικής στατιστικής σε δεδομένα που αναφέρονται στον δυσδιάστατο χώρο. Για την διαδικασία υπολογισμού των μέτρων κεντρικής τάσης και πλέον συγκεκριμένα του αριθμητικού μέσου και της τυπικής απόστασης  χρησιμοποιείται κυρίως ο όρος Γεοστατιστική [Shaw G., Wheeler D.,1985].

Το μέσο κέντρο (αριθμητικός χωρικός μέσος) χρησιμοποιείται συνήθως για την συνοπτική περιγραφή χωρικών κατανομών είτε διαφόρων τύπων σημείων είτε δεδομένων που αναπαρίστανται σε χάρτες μέσω αθροιστικών (aggregate) κατανομών. Ιδιαίτερη σημασία (φυσική και ποιοτική) παρουσιάζει η διαχρονική μεταβολή του. Για παράδειγμα ο Γ. Σαρηγιάννης [1969] αναφέρει ότι η διαχρονική μετακίνηση του πολεοδομικού κέντρου βάρους μίας πόλης γίνεται κυρίως προς την κατεύθυνση της γειτονικής πόλης με την οποία υπάρχουν ισχυρές οικονομικές και πολιτικές σχέσεις.

Ο υπολογισμός του μέσου κέντρου στηρίζεται στον υπολογισμών των μέσων συντεταγμένων του κάθε διακριτού σημείου της υπόψη σημειακής κατανομής σύμφωνα με τον επόμενο τύπο [Shaw G., Wheeler D.,1985]:

Xmean = ΣXi/N                Ymean = ΣYi/N

Όπου:  Xmean και Ymean οι συντεταγμένες του μέσου κέντρου,

            Xi και Yi οι συντεταγμένες των διακριτών σημείων,

            Ν ο αριθμός των σημείων.

Στη  περίπτωση που κάθε σημείο αντιπροσωπεύει και μία μεταβλητή με διαφορετική τιμή (π.χ. πληθυσμός) τότε για τον υπολογισμό του σταθμισμένου μέσου της κατανομής χρησιμοποιείται ο επόμενος τύπος:

Xwmean = ΣXiWi/ΣWi             Ywmean = ΣYiWi/ΣWI

Όπου:       Xwmean και Ywmean οι συντεταγμένες του σταθμισμένου μέσου κέντρου,

                 Xi και Yi οι συντεταγμένες των διακριτών σημείων,

                 Wi το βάρος του κάθε σημείου.

Το σταθμισμένο μέσο κέντρο συχνά αναφέρεται και ως κέντρο βάρους της συγκεκριμένης μεταβλητής, πχ. πληθυσμιακό κέντρο βάρους [Πολυδωρίδης N., 1992], ενώ ο χωρικός μέσος χωρίς βάρη ως κεντροειδές [Κουτσόπουλος Κ., 1990].

Αντίστοιχη είναι και η προβληματική υπολογισμού της τυπικής απόστασης, η οποία έρχεται συμπληρωματικά του χωρικού μέσου και εκφράζει ακριβώς αυτό που εκφράζει και η διασπορά στον μονοδιάστατο χώρο. Η μέτρηση της χωρικής κεντρικότητας χωρίς τον υπολογισμό και των δύο παραπάνω δεικτών είναι ελλιπής [Κουτσόπουλος Κ., 1990].

Ο τύπος υπολογισμού της τυπικής απόστασης έχει ως ακολούθως [Knowles R., Wareing J., 1983]:

Sr = Öå r2/n      όπου: Sr  η τυπική απόσταση, r η απόσταση του σημείου i από  τον χωρικό μέσο  και n το πλήθος των σημείων.

και στην περίπτωση που υπάρχουν βάρη τότε χρησιμοποιείται ο επόμενος :

Sr = Öå(pr2)/P   όπου: Sr  η τυπική απόσταση, r η απόσταση του σημείου i από  τον χωρικό μέσο, p το βάρος του σημείου i, και P το συνολικό βάρος των σημείων.

Για τον υπολογισμό της γραμμικής απόστασης μεταξύ δύο σημείων χρησιμοποιείται ο πυθαγόρειος τύπος [Spiegel M., 1976]:

r = Ö(X2 - X1) 2 + (Y2 – Y1) 2      όπου: X1, Y1 οι συντεταγμένες του πρώτου σημείου και X2, Y2 του δεύτερου.

Η τυπική απόσταση αναφέρεται και ως δυναμική ακτίνα [Peter Hagget, 1973].

Η όλη διαδικασία υπολογισμού των χωρικών δεικτών για τη διερεύνηση της χωρικής κατανομής μίας μεταβλητής ολοκληρώνεται με την δημιουργία της καμπύλης Lorenz και τον υπολογισμό του συντελεστή Gini [Knowles R., Wareing J., 1983]. Για τον υπολογισμό του συντελεστή Gini χρησιμοποιήθηκε ο ακόλουθος προσεγγιστικός τύπος υπολογισμού του εμβαδού [Spiegel M., 1976]:

òa bf(x)dx » [h * (y1 + … + yn-1) ] + [h * (yo+yn) /2 ]

Ο συντελεστής Gini αποτελεί την ποσοτικοποίηση της καμπύλης Lorenz και είναι ένα μέτρο της ανισοκατανομής (σχέσης) δύο μεταβλητών [Πολυδωρίδης N., 1992].

ΠΑΡΑΔΟΧΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ

Είναι σαφές ότι για τον υπολογισμό του Πληθυσμιακού Κέντρου βάρους προσφέρεται καλύτερα – λόγω μεγαλύτερης χωρικής διασποράς και ελαχιστοποίησης του εμβαδού του μοναδιαίου χώρου αναφοράς - η πληθυσμιακή κατανομή σε επίπεδο οικισμών. Όμως ο απαιτούμενος μεγάλος όγκος δεδομένων (η Ε.Σ.Υ.Ε., και σύμφωνα με την απογραφή του 1991, αναφέρει 12.817 οικισμούς για το σύνολο της χώρας), η επίπονη, χρονοβόρα και υψηλών απαιτήσεων διαδικασία ψηφιακής χαρτογράφησης των θέσεων των οικισμών για το σύνολο της χώρας (ο υπογράφων δεν γνωρίζει – μέχρι σήμερα - την ύπαρξη αξιόπιστου και πλήρους ψηφιακού χαρτογραφικού υλικού σε επίπεδο οικισμών για το σύνολο της χώρας) οδήγησαν τους ερευνητές στην διερεύνηση εναλλακτικών τρόπων υπολογισμού του με κύριο αυτόν που προκύπτει από τα πολύγωνα των Ο.Τ.Α.

Η εφαρμογή υπολογισμού των χωρικών δεικτών έγινε πρώτα σε επίπεδο Νομού και στη συνέχεια υπολογίσθηκαν για το σύνολο της χώρας. Ως πιλοτικός Νομός επιλέχθηκε ο Νομός  Αχαίας με μόνο κριτήριο την πληρότητα και αξιοπιστία των διαθέσιμων ψηφιακών χαρτογραφικών και θεματικών δεδομένων, ενώ ως χωρικοί δείκτες επιλέχθηκαν κυρίως το πληθυσμιακό κέντρο βάρους καθώς και η πληθυσμιακή χωρική απόσταση. Σε ορισμένες περιπτώσεις η έρευνα προχώρησε και στον υπολογισμό χωρικών μέσων και μέσων χωρικών αποστάσεων και άλλων θεματικών χωρικών μεταβλητών (χρήσεις γης, κλπ.). Κύρια πηγή δεδομένων ήταν η Ε.Σ.Υ.Ε. ή οι βάσεις δεδομένων του Εργαστηρίου.

Η σύγκριση των διαφορών από τις διαφορετικές μεθόδους υπολογισμού των χωρικών δεικτών είναι από τα κύρια θέματα που παρουσιάζονται στη συνέχεια και απασχόλησαν – απασχολούν την έρευνα, ενώ μελλοντικός στόχος είναι η σύγκριση αυτή να γίνει και για το σύνολο της χώρας. Πάντως η αναμενόμενη σημαντική διαφοροποίηση περιορίζεται στο μέγεθος της μέσης χωρικής απόστασης ως έκφραση της χωρικής διασποράς που προκύπτει από την αλλαγή του μεγέθους του μοναδιαίου χώρου αναφοράς. Σε επίπεδο ΟΤΑ αναμένεται (γεγονός που επιβεβαιώνεται στη συνέχεια) μικρότερη μέση χωρική απόσταση από ότι σε επίπεδο οικισμών.

Ουσιαστικά οι δύο κύριες διαδικασίες υπολογισμού του πληθυσμιακού κέντρου βάρους και της μέσης τυπικής πληθυσμιακής απόστασης εστιάζουν στην αρχική τοπολογική δομή του χρησιμοποιούμενου βασικού ψηφιακού χαρτογραφικού υποβάθρου, αναφορικά με το μοναδιαίο χώρο αναφοράς: σημειακή για το επίπεδο οικισμών και πολυγωνική για το επίπεδο των παλαιών Ο.Τ.Α. (που ουσιαστικά και αυτή στο τέλος εκπίπτει σε σημειακή). Ειδικότερα τα μεθοδολογικά βήματα που ακολουθήθηκαν έχουν ως εξής:

Σε επίπεδο οικισμών (Νομός Αχαΐας)

ü      Επιλογή κατάλληλης ψηφιακής χαρτογραφικής δομής. Επιλέχθηκε ψηφιακό χαρτογραφικό υλικό που παραχωρήθηκε στο ΤΜΧΠΑ από τη Διεύθυνση Χωροταξίας του ΥΠΕΧΩΔΕ καθώς και ψηφιακό χαρτογραφικό υλικό που δημιουργήθηκε αποκλειστικά για τις ανάγκες της έρευνας. Αρχική κλίμακα ψηφιοποίησης 1:200.000 (Ε.Σ.Υ.Ε.) και ενημέρωση από 1:50.000 (Γ.Υ.Σ.). Το σύστημα αναφοράς για όλους τους χάρτες είναι το ΕΓΣΑ’87 (Νέο Γεωδαιτικό Σύστημα Αναφοράς).

ü      Αξιόπιστη ψηφιακή απόδοση και έλεγχος της θέσης του κάθε οικισμού.

ü      Έλεγχος της διοικητικής διάρθρωσης της κάθε γεωγραφικής ενότητας. Αποχωρήσεις ή εντάξεις οικισμών σε κάθε χρόνο αναφοράς (1971, 1981, 1991). Για κάθε μία χρονιά δημιουργήθηκε ξεχωριστός ψηφιακός χάρτης με σημειακή τοπολογία και με σύστημα αναφοράς το ΕΓΣΑ’87. Ιδιαίτερα επίπονη διαδικασία η οποία τεκμηριώνεται από το γεγονός και μόνον ότι ο Νομός Αχαίας το 1971 είχε 467 οικισμούς, το 1981: 503 και το 1991: 526 αντίστοιχα.

Σε επίπεδο Ο.Τ.Α (Σύνολο Χώρας, Νομός Αχαΐας)

ü      Επιλέχθηκε το επίπεδο ανάλυσης των παλαιών Ο.Τ.Α. (πριν από το πρόγραμμα «Ι. Καποδίστριας») λόγω του μικρότερου σε έκταση μοναδιαίου χώρου αναφοράς και συνεπώς μεγαλύτερης χωρικής διασποράς.

ü      Ως ψηφιακό χαρτογραφικό υπόβαθρο χρησιμοποιήθηκε το ίδιο με την προηγούμενη περίπτωση εμπλουτισμένο με τα διοικητικά όρια των Ο.Τ.Α. (δημιουργήθηκε η αντίστοιχη πολυγωνική τοπολογία).

ü      Έλεγχος της διοικητικής διαίρεσης και των αλλαγών της κάθε γεωγραφικής ενότητας, π.χ. οι Κοινότητες του Νομού Ηλείας: Αγ. Νικόλαος Σπάτων, Αγράμπελα, Ματαράγκα εντάχθηκαν στον Νομό Αχαίας πριν από το 1981. Η διαδικασία αυτή ενώ έχει ιδιαίτερη σημασία για χωρικές ενότητες μικρότερες της χώρας (Περιφέρειες, Νομός, κλπ.) δεν έχει σοβαρές επιπτώσεις για το σύνολο της χώρας.

ü      Έλεγχος της θέσης του label (χαρακτηριστικό - προσδιοριστικό σημείο) του κάθε πολυγώνου. Έγινε προσπάθεια το label να ταυτίζεται με το κεντροειδές του πολυγώνου ή με την έδρα του Ο.Τ.Α. (βλέπε προβληματισμό για τον υπολογισμό του κεντροειδούς στη συνέχεια).

ü      Σε περιπτώσεις που κάποιος Ο.Τ.Α. αποτελείται από περισσότερα του ενός πολύγωνα (νησιά, δύο ή περισσότερες διακριτές περιοχές, όπως στην περίπτωση της Κοινότητας Μαζαρακίου του Νομού Αχαϊας) τότε έγινε επιλογή του label εκείνου που αντιστοιχεί στο πολύγωνο όπου συγκεντρώνεται ο πληθυσμός της συγκεκριμένης διοικητικής ενότητας. Τέτοια περίπτωση είναι η πλειοψηφία των Ο.Τ.Α. με περισσότερα από ένα πολύγωνα (ηπειρωτικοί Ο.Τ.Α. με ακατοίκητες νησίδες). Στις υπόλοιπες περιπτώσεις επιλέχθηκαν όλα τα label αφού πρώτα έγινε αναγωγή του πληθυσμού. Όπου δεν ήταν δυνατή η αναγωγή του πληθυσμού (έλλειψη στοιχείων για την πληθυσμιακή κατανομή στο εσωτερικό του Ο.Τ.Α.) τότε επιλέχθηκε ως label το σημείο εκείνο το οποίο αντιστοιχεί στην έδρα του Ο.Τ.Α. και με αντιστοίχηση του συνόλου του αναλογούντος πληθυσμού.

Η όλη διαδικασία υπολογισμού των χωρικών δεικτών παρουσιάζεται επιγραμματικά στο επόμενο διάγραμμα. Πρέπει να τονιστεί ότι και οι δύο τρόποι παρουσιάζουν πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα και ότι ο δεύτερος αποτελεί εναλλακτικό τρόπο στις περιπτώσεις εκείνες που η συλλογή δεδομένων (θεματικών – χαρτογραφικών) είναι απαγορευτική και χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή κυρίως στις περιπτώσεις όπου υπάρχουν Ο.Τ.Α. που αποτελούνται από περισσότερα του ενός πολύγωνα.

Σχήμα 1. Διαδικασία υπολογισμού χωρικών δεικτών

Για την ολοκλήρωση της διαδικασίας έγινε χρήση διαφόρων τύπων και σκοπών λογισμικού, το βασικότερο από τα οποία ήταν το ARC/INFO 7.2.1 για Windows NT και συστηματική χρήση των διαδικασιών generate και ungen. Για την τελική παραγωγή των χαρτών (οπτικοποίηση) χρησιμοποιήθηκε το ArcView 3.2 καθώς και το Corel Draw 9.0.

ΧΩΡΙΚΟΙ ΔΕΙΚΤΕΣ ΣΕ ΕΠΙΠΕΔΟ ΝΟΜΟΥ

Ακολουθώντας την προηγούμενη διαδικασία υπολογίσθηκαν αρχικά οι πληθυσμιακοί χωρικοί μέσοι με τις αντίστοιχες μέσες χωρικές πληθυσμιακές αποστάσεις για τα έτη 1971, 1981 και 1991 (χάρτης 1, πίνακας 2) καθώς και με τους αντίστοιχους μη χωρικούς δείκτες (πίνακας 2).

Η τυπική απόσταση συμπεριφέρεται ανάλογα με την τυπική απόκλιση, ενώ εντύπωση προκαλεί το μέγεθος της τυπικής απόστασης,  που αντιστοιχεί στο κεντροειδές που είναι μεγαλύτερο από το αντίστοιχο της τυπικής απόστασης των πληθυσμών (η χωρική διασπορά «απαλύνεται» λόγω θεματικής ομοιογένειας;)

Χάρτης 1. Μετατόπιση πληθυσμιακού κέντρου βάρους 1971 – 1981. Υπολογισμός από τις θέσεις των οικισμών.

Το κεντροειδές βρίσκεται στην πρώην Κοινότητα Καλάνου (νυν Δήμος Φαρρών), ενώ και τα τρία πληθυσμιακά κέντρα βάρους βρίσκονται στην πρώην Κοινότητα Πετρωτού (νυν Δήμος Μεσσάτιδος).

Ο ρόλος του Πολεοδομικού συγκροτήματος Πατρών, ως του μεγαλύτερου αστικού κέντρου στην περιοχή που συγκεντρώνει το 58% του συνολικού πληθυσμού του Νομού (1991) και με μέση πληθυσμιακή μεταβολή 1971 – 91 38% [Παππάς Β., Κυριαζής Κ., κ.α., 1998], είναι καταλυτικός, έχοντας συμβάλει στη μετατόπιση του πληθυσμιακού κέντρου βάρους του 1971 [ΠΚΒ 71] κατά 10.883 μέτρα (βόρεια – βορειοδυτικά) από τη θέση του κεντροειδούς, του [ΠΚΒ 81], κατά 1.225 μέτρα από το [ΠΚΒ 71] και κατά 450 μέτρα του [ΠΚΒ 1991] από αυτό του 1981 ( και στην αυτή κατεύθυνση).

Αντίστοιχα υπολογίσθηκαν και οι χωρικοί δείκτες από το επίπεδο ανάλυσης των Ο.Τ.Α. (σύμφωνα με την περιγραφείσα διαδικασία) και το αποτέλεσμα πραγματικά θέτει έντονους προβληματισμούς στο πλαίσιο που οι χωρικοί δείκτες παρουσιάζουν ελάχιστες διαφορές εκτός από το – αναμενόμενο - μέγεθος της τυπικής απόστασης (χάρτης 2).

Χάρτης 2. Μετατόπιση πληθυσμιακού κέντρου βάρους 1971 – 1981. Συγκριτική παρουσίαση και των δύο τρόπων υπολογισμού: Ο.Τ.Α. και Οικισμοί. (Ο μικρότερος κύκλος αντιστοιχεί στην τυπική απόσταση σύμφωνα με τους Ο.Τ.Α.)

Η μεγαλύτερη διαφορά εντοπίζεται στον υπολογισμό του κεντροειδούς, το οποίο βρίσκεται πλέον σε άλλη Κοινότητα: του Μικρού Ποντιά, νυν Δήμου Καλαβρύτων, ενώ στον υπολογισμό των [ΠΚΒ] για τις τρεις χρονιές οι διαφορές είναι ελάχιστες: οι επιμέρους θέσεις διαφέρουν λιγότερο από 100 μέτρα.

Στη διαδικασία αυτή, ενδιαφέρον παρουσιάζει η προβληματική υπολογισμού του κεντροειδούς η οποία παρουσιάζει διάφορα μεθοδολογικά ζητήματα, όπως αυτό της συμβολής ή όχι του θαλάσσιου χώρου.

Σε περιπτώσεις όπου ο χώρος αναφοράς έχει εκτός από το χερσαίο μέρος και θαλάσσιο ή μεγάλη διασπορά σε νησιά (οι περισσότεροι Νομοί της Ελλάδας, το σύνολο της χώρας, κλπ.) τότε η συμβολή του θαλάσσιου χώρου έχει ιδιαίτερη σημασία στον υπολογισμό του κεντροειδούς ορίζοντας ουσιαστικά δύο κέντρα: το κέντρο ξηράς και το κέντρο της περιοχής (σχήμα 2).

Σχήμα 2. Κεντροειδές στο Νομό Μαγνησίας (Υπολογισμένο με το λογισμικό MapInfo)

Η προβληματική αυτή παραπέμπει στον τρόπο προσέγγισης και εξέτασης του χώρου και ειδικότερα του χαρακτήρα και του ρόλου των οικισμών: ο οικισμός ως συνάθροιση κατοίκων ή ως αιτία γένεσης μετακινήσεων; Και αυτό όχι σε αντιδιαστολή αλλά ως η κυρίαρχη οπτική προσέγγισης και ανάλυσης.

Ουσιαστικά οι δύο αυτές λογικές είναι και οι κυρίαρχες στην αφετηρία θεωρητικής τεκμηρίωσης των κεντροβαρικών τεχνικών και στο τελικό ζητούμενο. Η  πρώτη περίπτωση παραπέμπει στη χρήση των χωρικών δεικτών ως εναλλακτικού τρόπου περιγραφικής χωρικής στατιστικής, ενώ η δεύτερη ως τρόπου ανάλυσης υφιστάμενων δικτύων  [ESRI, 1994] και χωρικά (αλληλο)διαδραστικών δεδομένων[1] [Bailey T., Gatrell A., 1998].

Οι ιδιαίτερα μικρές διαφορές μεταξύ των υπολογισμένων [ΠΚΒ] και για τους δύο τρόπους υπολογισμού, και για τις τρεις χρονιές, παραπέμπει στην πιθανή εξάρτησή της μεταξύ τους απόστασης από το μέγεθος της κεντρικότητας της περιοχής μελέτης. Με στόχο λοιπόν τη διερεύνηση της συμπεριφοράς των χωρικών δεικτών και των διαφορών που παρουσιάζουν μεταξύ τους, υπολογίσθηκε, για κάθε χρόνο αναφοράς, η αντίστοιχη καμπύλη Lorenz καθώς και ο αντίστοιχος συντελεστής Gini.

Σχήμα 3. Καμπύλες Lorenz Νομού Αχαίας, 1971, 1981, 1991

Σε πρώτη ανάγνωση, και όπως παρουσιάζεται στον πίνακα 1 φαίνεται ότι η διερεύνηση της σχέσης της απόστασης μεταξύ των δύο πληθυσμιακών κέντρων βάρους (οικισμών και Ο.Τ.Α.) με τον αντίστοιχο συντελεστή Gini και την αναλογία οικισμών ανά Ο.Τ.Α., είναι περισσότερο από επιβεβλημένη στο πλαίσιο που παρουσιάζουν κοινή συμπεριφορά. Εργασία που είναι ιδιαίτερα χρονοβόρα, απαιτεί μεγάλο όγκο διαχρονικών δεδομένων αλλά που είναι μέσα στις ερευνητικές φιλοδοξίες του υπογράφοντος.

Πίνακας 1. Αποστάσεις πληθυσμιακών κέντρων βάρους.

Για την σφαιρικότητα της μελέτης συμπεριφοράς των χωρικών δεικτών υπολογίσθηκαν και μία σειρά από άλλους θεματικούς χωρικούς δείκτες οι οποίοι και παρουσιάζονται στον επόμενο χάρτη 3.

Χάρτης 3. Νομός Αχαίας. Χωρικοί μέσοι (βασισμένοι στους Ο.Τ.Α.) διαφόρων μεταβλητών 1991

Μερικές βασικές παρατηρήσεις, που εξάγονται από την ανάγνωση του χάρτη 3, και αφορούν τους χωρικούς δημογραφικούς δείκτες, έχουν ως ακολούθως:

ü      Το [ΚΒ] που αντιστοιχεί στην πληθυσμιακή ομάδα ηλικιών 0 – 14 χρόνων είναι μετατοπισμένο προς το κυρίαρχο αστικό κέντρο (Πολεοδομικό Συγκρότητα Πατρών) σε σχέση με το [ΠΚΒ].

ü      Το [ΚΒ] που αντιστοιχεί στον πληθυσμό των θηλέων είναι μετατοπισμένο επίσης προς το κυρίαρχο αστικό κέντρο αλλά και με επιρροές από τους παράλιους Ο.Τ.Α., σε αντίθεση με αυτό που αντιστοιχεί στους άρρενες που είναι μετατοπισμένο προς το εσωτερικό (επιρροή ορεινών και πεδινών Ο.Τ.Α. μικρού πληθυσμιακού μεγέθους ταυτόχρονα) του Νομού, και πάντα σε σχέση με το [ΠΚΒ].

ü      Το [ΚΒ], που αντιστοιχεί στην πληθυσμιακή ομάδα των ηλικιών 65 χρόνων και άνω, είναι σαφέστατα μετατοπισμένο προς τους εσωτερικούς ορεινούς Ο.Τ.Α. του Νομού, σε σχέση με το [ΠΚΒ].

Όσον αφορά τώρα τους λοιπούς χωρικούς δείκτες, που αναφέρονται σε εκτάσεις διαφόρων χρήσεων γης των Ο.Τ.Α., παρατηρούνται:

ü      Το [ΚΒ] που αντιστοιχεί στην έκταση των καλλιεργούμενων εκτάσεων αυτό έχει σαφή επιρροή – μετατόπιση προς τα πεδινά του Νομού.

ü      Το [ΚΒ] που αντιστοιχεί στην έκταση των οικισμών έχει ιδιαίτερη επιρροή – μετατόπιση προς την περιοχή του κυρίαρχου αστικού κέντρου.

ü      Αντίστοιχη αναμενόμενη συμπεριφορά έχουν και τα [ΚΒ] που αντιστοιχούν στις εκτάσεις των δασών και των βοσκοτόπων.

Οι παραπάνω παρατηρήσεις τεκμηριώνουν την λογική αναμενόμενη συμπεριφορά του χωρικού μέσου καθιστώντας τον ως ένα δυναμικό δείκτη σύγκρισης και ερμηνείας της κατανομής και διαχρονικής συμπεριφοράς χωρικών μεταβλητών.

Συνολικά, και σε επίπεδο Νομού, υπολογίστηκαν οι επόμενοι δείκτες που παρουσιάζονται στον πίνακα που ακολουθεί.

Πίνακας 2. Στοιχεία υπολογισμένων χωρικών δεικτών για το Νομό Αχαΐας

Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζει και ερμηνεία της μέσης τυπικής απόστασης όπου η μεγαλύτερη τιμή παρουσιάζεται στην έκταση των δασών, ενώ η μικρότερη στην πληθυσμιακή ομάδα ηλικιών 0 – 14 χρόνων. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι επειδή η μέση τυπική απόσταση εκφράζεται σε μονάδες μέτρησης απόστασης (στο συγκεκριμένο παράδειγμα σε μέτρα), μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την σύγκριση κατανομών χωρικών μεταβλητών με διαφορετικές μονάδες μέτρησης ή διαφορετική ποιοτική ερμηνεία. Τέλος πρέπει να αναφερθεί ότι στη διεθνή και ελληνική βιβλιογραφία δεν είναι σαφές αν πρέπει να οπτικοποιείται χαρτογραφικά ή όχι. [Κουτσόπουλος Κ., 1990, Knowles R., Wareing J. 1983, κα.].

ΧΩΡΙΚΟΙ ΔΕΙΚΤΕΣ ΣΕ ΕΠΙΠΕΔΟ ΧΩΡΑΣ

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εφαρμογή των παραπάνω δεικτών για τον υπολογισμό του πληθυσμιακού κέντρου βάρους της Ελλάδος, το οποίο φαίνεται στο επόμενο χάρτη 4, για τις δύο χρονιές των απογραφών 1981 και 1991, καθώς και το μέσο κέντρο (κεντροειδές) από το σύνολο των παλαιών Ο.Τ.Α. της Ελλάδας (πριν από την εφαρμογή του προγράμματος «Ι. Καποδίστριας»).

Χάρτης 4. Ελλάδα.Πληθυσμιακό κέντρο βάρους (βασισμένο στους Ο.Τ.Α.) 1981, 1991

 

Το κεντροειδές που υπολογίστηκε αντιστοιχεί στις συντεταγμένες 387.574,9 και 4.211.254,3,  κατά ΕΓΣΑ’87, που αναφέρονται σε σημείο που ανήκει στην πρώην Κοινότητα Αμφίκλειας (νυν Δήμος), ενώ τα [ΠΚΒ] του 1981 και του 1991 βρίσκονται βορειοανατολικά του σημείου αυτού, στο βόρειο Ευβοϊκό κόλπο, μεταξύ των Κοινοτήτων Μαλεσίνης (νυν Δήμος Μαλεσίνης) και Λίμνης (νυν Δήμος Ελυμνίων), απέχοντας πενήντα περίπου χιλιόμετρα (βορειοανατολικά) απ’ αυτό και κατά 1.259,3 μέτρα (νοτιοδυτικά) μεταξύ τους.

Πίνακας 3. Πληθυσμιακοί χωρικοί δείκτες σε επίπεδο χώρας.

Μεταξύ 1981 και 1991 υπάρχει μία σαφέστατη μετατόπιση του [ΚΒ] προς την κατεύθυνση της ευρύτερης περιοχής της πρωτεύουσας, παρατήρηση που έρχεται συμπληρωματικά αλλά και υποστηρικτικά της άποψης που εκφράζουν οι Β. Κοτζαμάνης  και Ε. Ανδρουλάκη [2000] ότι « … στο μεσοαπογραφικό διάστημα αφήνει να διαφανεί η έντονη εισροή ατόμων στην Αττική (βασικά στο Υπόλοιπο Αττικής και όχι στην περιφέρεια Πρωτευούσης) και στις όμορες προς αυτήν περιοχές.»

Ενδιαφέρον αλλά και απορία προκαλεί το γεγονός ότι και τα δύο [ΠΚΒ] είναι βορειοανατολικά του κεντροειδούς (σε αντιδιαστολή με την αναμενόμενη νοτιοανατολική απόκλιση). Επίσης παρατηρείται το ίδιο φαινόμενο μείωσης της τυπικής απόστασης που αντιστοιχεί στο [ΠΚΒ] από αυτή του κεντροειδούς, όπως και στην περίπτωση υπολογισμού τους για τον Νομό Αχαΐας.

Τέλος οι καμπύλες Lorenz (Σχήμα 4) δείχνουν ότι η πληθυσμιακή ανισοκατανομή είναι εντονότερη στο Νομό Αχαίας, από στο σύνολο της χώρας, και στις δύο χρονιές, στο πλαίσιο που οι αντίστοιχοι συντελεστές Gini για τον Νομό είναι μεγαλύτεροι από αυτούς της Ελλάδας. Η παρατήρηση αυτή μεταφράζεται στο ότι ο ρόλος της Πάτρας στο Νομαρχιακό επίπεδο, είναι πιο υδροκεφαλικός από αυτόν της Αθήνας σε επίπεδο χώρας. Το συμπέρασμα αυτό αναφέρεται καθαρά και μόνο στο πληθυσμιακό επίπεδο, αλλά ταυτόχρονα ανοίγει ένα ερευνητικό πεδίο, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον και προοπτική, που αφορά την ανάδειξη των χωρικών διαφοροποιήσεων που να αναδεικνύουν τις όποιες περιφερειακές ανισότητες στο εσωτερικό της Ελλάδας, σε επίπεδο ανάλυσης Νομού ή ακόμη μικρότερου. Ερευνητικό αντικείμενο με ελάχιστη βιβλιογραφία, αλλά με ιδιαίτερο ενδιαφέρον και προοπτική [Β. Κοτζαμάνης, Ε. Ανδρουλάκη, 2000].

Σχήμα 4. Καμπύλη Lorenz για το σύνολο της χώρας 1981, 1991. Επίπεδο ανάλυσης Ο.Τ.Α.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ

Είναι σαφές ότι η παρούσα εργασία δεν διεκδικεί στοιχεία πληρότητας αλλά φιλοδοξεί να ανοίξει διάλογο αναφορικά με τη χρήση και ερμηνεία των χωρικών δεικτών, θέτοντας κυρίως ερωτήματα (όσον αφορά τη θεματική – ποιοτική ερμηνεία τους) και προτείνοντας συγκεκριμένα μεθοδολογικά βήματα υπολογισμού τους.

Όπως διαφαίνεται από τα προηγούμενα, ο υπολογισμός των χωρικών δεικτών αποτελεί ένα ιδιαίτερα δυναμικό εργαλείο στην διαδικασία διερεύνησης και ερμηνείας χωρικών φαινομένων και μεταβλητών, αλλά απαιτεί τη διαχείριση μεγάλου όγκου χωρικά εξαρτημένων δεδομένων, που με τη σειρά τους προϋποθέτουν τη χρήση σύγχρονων εργαλείων και τεχνολογιών διαχείρισης και ανάλυσης.

Τα νέα υπολογιστικά εργαλεία (Συστήματα διαχείρισης βάσεων δεδομένων, Γεωγραφικά Συστήματα Πληροφοριών, κλπ.) καλύπτουν πλέον την μέχρι πρότινος έλλειψη ευέλικτων και δυναμικών υπολογιστικών και διαχειριστικών εργαλείων, αλλά βεβαίως παραμένει η απαίτηση μεγάλου όγκου ψηφιακών χαρτογραφικών και θεματικών δεδομένων σε ιδιαίτερα αναλυτικό επίπεδο και με ότι αυτό συνεπάγεται.

Άξιον απορίας είναι το γεγονός ότι ενώ στη διεθνή – κυρίως - βιβλιογραφία οι χωρικοί δείκτες είναι επαρκώς τεκμηριωμένοι, στην εφαρμοσμένη έρευνα δεν συναντώνται οι αναμενόμενες εφαρμογές, παρ’ όλες τις ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις όσον αφορά την διαχείριση και ανάλυση χωρικών δεδομένων. Στη χώρα μας, και κυρίως στο επίπεδο της εφαρμοσμένης εμπειρικής έρευνας, δεν συναντάται συχνά η χρήση τους και η ποιοτική τους ερμηνεία, σε αντίθεση με τα διαφαινόμενα από την παρούσα εργασία ότι έχουν πολλά να προσφέρουν στην υπόθεση της χωρικής ανάλυσης και σχεδιασμού. Μία πρώτη ερμηνεία βασίζεται στο γεγονός ότι ο υπολογισμός τους απαιτεί μεγάλο όγκο δεδομένων, χωρικά εξαρτημένων, που η διαχείρισή τους και η επεξεργασία τους, μέχρι πρότινος, ήταν ιδιαίτερα δύσκολη λόγω της έλλειψης των απαραίτητων τεχνολογικών εργαλείων.

Μία δεύτερη προσέγγιση, που φαίνεται να απαντά το ερώτημα, στηρίζεται στην αδράνεια που υπάρχει εισδοχής νέων μεθοδολογιών στις καθιερωμένες επιστημονικές προσεγγίσεις, όσον αφορά την εφαρμοσμένη έρευνα.

Τώρα, όσον αφορά το μέλλον της παρούσας έρευνας, αυτή αποτελεί κύριο ερευνητικό στόχο του Εργαστηρίου με στόχο την παραπέρα επέκταση και εμβάθυνσή της, κυρίως όσον αφορά την ποιοτική διερεύνηση της συμπεριφοράς των χωρικών δεικτών σε περιφερειακό επίπεδο, ενώ στους άμεσους στόχους είναι και ο υπολογισμός του πληθυσμιακού κέντρου βάρους της χώρας και της διαχρονικής συμπεριφοράς του, βασισμένο στην κατανομή του πληθυσμού σε όλους τους οικισμούς της χώρας. Ήδη στην κατεύθυνση αυτή συμπληρώνεται και ο υπολογισμός του πληθυσμιακού κέντρου βάρους της χώρας από την κατανομή του πληθυσμού στους Νέους Δήμους και της συγκριτικής προσέγγισής του [Pappas V., Sederopoulos G., 2000].

Επίσης προσπάθειες γίνονται για τον υπολογισμό των αντίστοιχων χωρικών δεικτών στην αστική κλίμακα (Σχέδιο Πόλεως) και με επίπεδο ανάλυσης το οικοδομικό τετράγωνο. Μεθοδολογία που έχει πολλά να προσφέρει στην κατανόηση της δομής και της ιστορικής εξέλιξης του αστικού κέντρου.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ü      Bailey C. Trevor, Gatrell C. Anthony, 1998, Interactive Spatial Data Analysis, Addison Wesley Longman Limited, Essex, England.

ü      Environmental Systems Research Institute, Inc., 1994, Network Analysis, ARC/INFO Version 7, U.S.A.

ü      Haggett Peter, 1973, L’ analyse spatiale en geographie Humaine, Armand Colin, Paris

ü      Κοτζαμάνης Β., Ανδρουλάκη Ε., 2000, Οι χωρικές διαστάσεις των δημογραφικών εξελίξεων της Ελλάδος 1981 – 1991, μια πρώτη προσέγγιση, Σειρά Ερευνητικών Εργασιών, Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

ü      Knowles R., Wareing J., 1983, Economic and Social Geography Made Simple, Department of Geography, The Polytechnic of North London, Heineman, London.

ü      Κουτσόπουλος Κωστής, 1990, Γεωγραφία: Μεθοδολογία και Μέθοδοι Ανάλυσης Χώρου, Εκδόσεις Συμμετρία, Αθήνα.

ü      Παππάς Β., Κυριαζής Κ., κ.α., 1996, Αναπτυξιακή Μελέτη Νομού Αχαίας, ΑΝΕΜ, Πάτρα

ü      Pappas Vassilis, Sederopoulos George, 2000, Spatial Indices and G.I.S. Case Study: Greece, Proceedings ESRI European, Middle Eastern and African User Conference 2000, Istanbul.

ü      Πολυδωρίδης Νίκος, 1992, Χωροταξία – Περιφερειακή Ανάπτυξη, Σημειώσεις για το μάθημα επιλογής, Εκδόσεις Πανεπιστημίου Πατρών, Πάτρα.

ü      Σαρηγιάννης Γεώργιος, 1969, Πολεοδομικόν κέντρον βάρους, Τεχνικά Χρονικά 3/69, Αθήνα

ü      Shaw Gareth, Wheeler Dennis, 1985, Statistical Techniques in Geographical Analysis, John Wiley and Sons.

ü      Spiegel R. M., 1976, Μαθηματικό Τυπολόγιο, Mc Graw- Hill, ΕΣΠΙ, Αθήνα.

ü      Thomas R.W., Huggett R.,J.,1980, Modelling in Geography. A Mathematical Approach, Harper & Row, Publishers, London



[1] Spatial interaction data