Παρουσίαση κανόνων γραφικής σημειολογίας στην τοπογραφία-χαρτογραφία

 

Ελευθέριος Μπόζης, Μηχανικός Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης, MSc, Εργαστήριο Δημογραφικών και Κοινωνικών Αναλύσεων, Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.

 

Οι χάρτες αποτελούν ένα υποσύνολο των γραφικών, δηλαδή του συμβολικού συστήματος γραφικών δημιουργιών. Η χρησιμότητα των χαρτών στη μετάδοση και απόδοση της πληροφορίας, όπως και των υπολοίπων γραφικών, έγκειται στο γεγονός ότι επιτρέπουν στον αναγνώστη μέσα από προσεκτική παρατήρηση να αποκομίσει μία σαφή εικόνα (η οποία διατηρείται αμείωτη για σημαντικό χρονικό διάστημα), ενώ η γενική ιδέα που τελικά παραμένει σε αυτόν είναι απλή, πλήρης και άμεση στη σύλληψή της ως προς τη διάρκεια και την πληρότητα. Το αιτούμενο είναι να δοθεί η δυνατότητα στον αναγνώστη να επικεντρωθεί μόνο στις γενικές γραμμές, προσλαμβάνοντας τη γενική πληροφορία αποφεύγοντας τον κόπο και τον προβληματισμό της μελέτης και ανάλυσης των λεπτομερειών (συνιστωσών μερών). Η εκπληκτικότητα των δυνατοτήτων που προσδίδουν τα γραφικά, αφορά τη δύναμή τους να μεταβιβάζουν την πληροφορία με ξεκάθαρο και εύκολο τρόπο, είτε αντικατοπτρίζοντας την αλήθεια και την ακρίβεια είτε παραπλανώντας. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με τις σύγχρονες ανάγκες συμπαγούς παρουσίασης καθώς και σαφούς και ακριβούς απεικόνισης της μαζικής πληροφορίας, καθιστούν ακόμα πιο επιτακτική την ανάγκη για τη βαθύτερη κατανόηση του βέλτιστου τρόπου αυτής της υλοποίησης.

Οι μελέτες του Jacques Bertin σχετικά με τη χρήση των γραφικών για τους σκοπούς της ανάλυσης αλλά και της παρουσίασης, αποτελούν από τις ουσιαστικότερες και πιο διεισδυτικές μελέτες με στόχο την αποσαφήνιση του ρόλου των γραφικών στις διαδικασίες σχεδιασμού και λήψης αποφάσεων αλλά και του πλαισίου ιδιοτήτων, κανόνων, δυνατοτήτων και περιορισμών που τα διέπουν, με στόχο τη βέλτιστη χρήση και υλοποίησή τους για τους σκοπούς της ανάλυσης- επεξεργασίας (information processing) της πληροφορίας και κυρίως της επικοινωνίας (communication), μέσω της επιλογής της σημαντικής και χρήσιμης πληροφορίας, χωρίς απώλειες. Η σημαντικότητα του έργου του Bertin, έγκειται στο γεγονός ότι προσέγγισε τα γραφικά ως συμβολικό σύστημα και ενέταξε τις παρατηρήσεις του σε ένα ευρύτερο θεωρητικό πλαίσιο (σημειολογική προσέγγιση).

Στο πλαίσιο αυτό, τα γραφικά στηρίζονται στη χρήση των ιδιοτήτων του επιπέδου (plane) με στόχο την ανάδειξη σχέσεων ομοιότητας, διάταξης ή αναλογίας μεταξύ δεδομένων συνόλων. Η γραφική απεικόνιση-αναπαράσταση αποτελεί ένα από τα βασικότερα συμβολικά συστήματα, επινοημένο από τον ανθρώπινο νου για τους σκοπούς της συγκέντρωσης-αποθήκευσης, κατανόησης και μετάδοσης ουσιώδους πληροφορίας. Ως «γλώσσα» ("language") που απευθύνεται στο ανθρώπινο μάτι, τα γραφικά επωφελούνται από τις πανταχού παρούσες ιδιότητες της οπτικής αντίληψης, ενώ ως μονοσήμαντο (monosemic) σύστημα αποτελεί το λογικό τμήμα του κόσμου των εικόνων. Η ιδιαίτερη σημασία των γραφικών έγκειται στη διπλή τους λειτουργία ως μηχανισμός αποθήκευσης και εργαλείο έρευνας. Αποτελούν ένα λογικό και αποτελεσματικό μέσο όταν οι ιδιότητες της οπτικής αντίληψης χρησιμοποιούνται επαρκώς, γεγονός που τα καθιστά ως μία από τις κυριότερες «γλώσσες» εφαρμόσιμες στην επεξεργασία της πληροφορίας.

Τα γραφικά αποτελούν πεδίο σημασιοδότησης (domain of signification) και σύστημα αντίληψης-πρόσληψης (perception) με σκοπό την ανάδειξη των σχέσεων μεταξύ προκαθορισμένων συνόλων. Η αντίληψη ενός γραφικού περιλαμβάνει δύο στάδια, το στάδιο της εξωτερικής αναγνώρισης (external identification) όπου ο παρατηρητής απομονώνει δεδομένα σύνολα από όλα τα πιθανά σύνολα προσδίδοντας συμβολισμούς (συμβάσεις) και το οποίο πρέπει να είναι άμεσα ευανάγνωστο και σαφές και το στάδιο της εσωτερικής αναγνώρισης (internal identification) όπου ανακαλύπτει σχέσεις που απεικονίζονται όχι πλέον με τη χρήση συμβόλων αλλά με τη χρήση οπτικών μεταβολών (visual variations), δηλαδή σχέσεων μεταξύ συμβόλων. Οι σχέσεις αυτές αφορούν ομοιότητα, διάταξη ή αναλογία και απεικονίζονται μέσω των οπτικών μεταβλητών (visual variables) που διαθέτουν τις ίδιες ιδιότητες σημασιοδότησης και είναι μονοσήμαντες υπακούοντας σε απόλυτα φυσικούς νόμους και όχι συμβατικούς. Συνεπώς, η γραφική αναπαράσταση περιορίζεται από τις ιδιότητες των οπτικών μεταβλητών, δεδομένου ότι δεν είναι όλες τους οπτικά διατάξιμες (visually ordered) ή αναλογικές (proportional). Τα γραφικά αποτελούν ένα αχρονικό χωρικό συμβολικό σύστημα που εκμεταλλεύεται τις τρεις διαστάσεις της απεικόνισης (image) για να αναπαραστήσει ένα σύνολο σχέσεων και να τις κάνει αντιληπτές άμεσα, γεγονός που αποτελεί ταυτόχρονα και βασικό περιορισμό. Η χρήση των γραφικών συνεπάγεται εξοικονόμηση χρόνου και κόπου (μνήμης) με στόχο να αντιληφθούμε άμεσα (see). Όταν αυτό δεν είναι εφικτό, έχουμε απλώς μια γραφική κατασκευή που γίνεται αντιληπτή με το χρόνο, δηλαδή πρέπει να διαβαστεί (read).

Ο σκοπός των γραφικών είναι η επίτευξη ενός ανώτερου επιπέδου πληροφόρησης. Η πληροφορία αποτελεί την απάντηση σε μια ερώτηση. Σε κάθε πρόβλημα ιδωμένο υπό τη μορφή πίνακα δεδομένων υπάρχουν δύο ειδών ερωτήσεις: αυτές που προκύπτουν από τη διάσταση x του πίνακα, δηλαδή τα αντικείμενα και αυτές της διάστασης y, δηλαδή των χαρακτηριστικών. Οποιαδήποτε γραφική κατασκευή δεν μας επιτρέπει να αποφανθούμε οπτικά στα δύο είδη ερωτήσεων, παρέχει μόνο το ένα μέρος της πληροφορίας. Κατά συνέπεια, η χρησιμότητα μιας γραφικής κατασκευής έγκειται στο γεγονός ότι πάνω από όλα παρέχει την οπτική απάντηση στα δύο είδη ερωτήσεων.

Για να είναι χρήσιμη η συλλεχθείσα πληροφορία απαιτείται η μείωση του μήκους των εγγραφών στον πίνακα δεδομένων. Η χρήσιμη πληροφορία δεν ανταποκρίνεται στις γενικές κατηγορίες που μας επέτρεψαν να συνθέσουμε τον πίνακα δεδομένων, αλλά αντιθέτως στις νέες ομαδοποιήσεις που ορίζονται από το σύνολο των σχέσεων που δημιουργήθηκαν από την αλληλεπίδραση των δεδομένων. Επομένως, για την αντίληψη των ποσοτήτων της πληροφορίας πρέπει να αντιληφθούμε τα επίπεδα πληροφορίας, προσεγγίζοντας τα προφορικά με επίπεδα ερωτήσεων και γραφικά με επίπεδα ανάγνωσης.

Η πληροφορία είναι μια σχέση η οποία μπορεί να υπάρχει μεταξύ στοιχείων, υποσυνόλων και συνόλων αυτών. Και τα τρία αυτά επίπεδα πληροφορίας πρέπει να διατηρηθούν στη γραφική κατασκευή που θα προκύψει.

 

 

 

Συνεπώς, η αναποτελεσματικότητα μιας γραφικής κατασκευής έγκειται στην αδυναμία αυτής να «συλλάβει» το ολικό επίπεδο πληροφορίας του συνόλου των δεδομένων, δηλαδή στο γεγονός ότι δεν μας επιτρέπει να προσδιορίσουμε τις ομαδοποιήσεις κατά x και y. Η αποτελεσματικότητα της, εξαρτάται από το επίπεδο ερώτησης στο οποίο δύναται να παρέχει άμεση απάντηση. Πέρα από τις βασικές (standard) κατασκευές, οι περισσότερες γραφικές δημιουργίες παρέχουν οπτική απάντηση μόνο στο επίπεδο στοιχειώδους πληροφορίας.

Συνοψίζοντας, η πληροφορία αποτελεί μία σχέση μεταξύ δύο στοιχείων ή δύο συνόλων στοιχείων. Τα γραφικά εμπεριέχουν αυτή πληροφορία υπό την μορφή απάντησης σε μία ερώτηση. Δεδομένου ότι η πληροφορία σε στοιχειώδες επίπεδο δεν δύναται να διατηρηθεί στην ανθρώπινη μνήμη λόγω πολλαπλότητας των στοιχειωδών δεδομένων, απαραίτητες προϋποθέσεις για την κατανόηση και λήψη αποφάσεων αποτελούν η μείωση της πολλαπλότητας, η ανάδειξη όμοιων στοιχείων, η ομαδοποίηση αυτών και η ταξινόμησή τους. Ο αντικειμενικός στόχος για την λήψη τεκμηριωμένων αποφάσεων δεν δύναται να επιτευχθεί χωρίς το ολικό επίπεδο πληροφορίας του συνόλου των δεδομένων, ενώ το ενδιάμεσο επίπεδο πληροφορίας που περιλαμβάνει όλα τα υποσύνολα μεταξύ των δύο άλλων επιπέδων μας επιτρέπει την ανάλυση των συνολικών σχέσεων. Αντιμετωπίζοντας το αιτούμενο της μείωσης των δεδομένων, επισημαίνουμε ότι η έννοια της εικόνας (image), δηλαδή η σημαντική οπτική μορφή-σχήμα (αντίληψη των κατάλληλων αντιστοιχιών μεταξύ των συνιστωσών) που αντιλαμβανόμαστε στιγμιαία, διακρίνεται για τις τρεις της ιδιότητες: η εικόνα διαθέτει τρεις διαστάσεις (x, y, z) που αποδίδουν τη σχέση των σημείων της, έχει σημαίνουσα (meaningful) μορφή ανεξάρτητη του αριθμού των συνιστωσών της και επιτρέπει στο ανθρώπινο μάτι να εστιάζεται σε ένα στοιχείο, σε μια ομάδα ή στο σύνολο της εικόνας αυθόρμητα, συλλαμβάνοντας τα τρία επίπεδα πληροφορίας και επιτρέποντάς μας να αναδείξουμε την πληροφορία για το σύνολο των δεδομένων. Το Σχήμα 2 σχηματοποιεί την πρώτη ιδιότητα της εικόνας (τις τρεις διαστάσεις της). Δεδομένου ότι η εικόνα ως στιγμιαία σημαντική οπτική αντίληψη διαθέτει όπως προαναφέραμε μόνο τρεις διαστάσεις, η εναπόθεση περισσοτέρων των τριών εικόνων (πλην εξαιρετικά απλών μορφών) καταστρέφει τη σημασία κάθε μίας από αυτές και η συνολική μορφή που δημιουργείται από το άθροισμα των χαρακτηριστικών είναι άνευ σημασίας αν δεν προσδίδει κάποιο νόημα. Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή αποκλείεται η δυνατότητα αντίληψης της συνολικής μορφής κάθε χαρακτηριστικού και ενεργοποιείται αναγκαστικά η μνήμη στα πλαίσια ενός πιο στοιχειώδους επιπέδου ανάγνωσης, γεγονός που αναιρεί και την χρησιμότητα της εικόνας.

 

 

 

Τα γραφικά διαθέτουν οχτώ είδη οπτικών μεταβολών (variations) που μπορεί να αντιληφθεί το ανθρώπινο μάτι, προκειμένου να απεικονίσουν σχέσεις ομοιότητας, διάταξης και αναλογίας. Μία σχέση μπορεί να απεικονιστεί ανάμεσα στις δύο διαστάσεις x και y του επιπέδου με ένα σύμβολο (mark). Δύο σύμβολα διαφορετικά τοποθετημένα στο επίπεδο μπορούν επίσης να διαφοροποιούνται ως προς το μέγεθος (size), τον τόνο (value), την υφή (texture), το χρώμα (color), τον προσανατολισμό (orientation) και το σχήμα (shape). Πρόκειται για τις οπτικές μεταβλητές της τρίτης διάστασης z (visual variables of "the third dimension") που μαζί με τις δύο διαστάσεις του επιπέδου, αποτελούν τις οκτώ οπτικές μεταβλητές που κάθε μία δύναται να απεικονίσει μία συνιστώσα της πληροφορίας. Το Σχήμα 3 που ακολουθεί, δείχνει την εφαρμογή των οπτικών μεταβλητών σε σχέση με τις τρεις σημασίες (σημείο, γραμμή ή επιφάνεια) που μπορεί να λάβει ένα σύμβολο στο επίπεδο και την κατηγοριοποίησή των μεταβλητών αυτών με βάση τις ιδιότητες και την ικανότητά τους να απεικονίζουν δεδομένους τύπους πληροφορίας.

 

 

 

Από τη δυνατότητα αντιπροσώπευσης οποιασδήποτε συνιστώσας της πληροφορίας από οποιαδήποτε εκ των οκτώ οπτικών μεταβλητών (και με δεδομένο ότι τουλάχιστον μία εκ των διαστάσεων του επιπέδου χρησιμοποιείται), προκύπτει απεριόριστη ποικιλία γραφικών κατασκευών. Ωστόσο, δεν διαθέτουν όλες οι οπτικές μεταβλητές (δύο διαστάσεις του επιπέδου, μέγεθος, τόνος, υφή, χρώμα, προσανατολισμός και σχήμα) τις κάτωθι ιδιότητες: α) ανάδειξη διάταξης ή αναλογίας και β) δυνατότητα συνδυασμού (permutable). Η εικόνα αποτελεί τη σημαντική μορφή που αντιλαμβανόμαστε άμεσα και δεδομένου ότι σε λευκό χαρτί η μορφή του συνόλου των δεδομένων (δηλαδή των συσχετίσεων που αυτά ορίζουν σε συνολικό επίπεδο) δημιουργείται μέσω ελαττώσεων στην ποσότητα λευκού σε συγκεκριμένα σημεία του, αυτή η μείωση επιτυγχάνεται μέσω των μεταβολών του μεγέθους ή του τόνου στον άξονα z, οι οποίες μαζί με τις διαστάσεις x και y του επιπέδου, αποτελούν τις μεταβλητές της εικόνας.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Οι υπόλοιπες οπτικές μεταβλητές, η υφή, το χρώμα, ο προσανατολισμός και το σχήμα αποτελούν τις διακριτικές (differential) μεταβλητές που απλώς διαφοροποιούν τα στοιχεία μεταξύ τους. Δεν επιτρέπουν την αντίληψη διάταξης και η χρήση τους για τη δημιουργία εικόνας του συνόλου αποτελεί σοβαρό λάθος, εφόσον δύνανται μόνο να διαφοροποιήσουν τα στοιχεία μεταξύ τους. Ωστόσο, επισημαίνεται η εξαιρετική ιδιότητα της μεταβλητής «υφή», οι διαφοροποιήσεις της οποίας επιτρέπουν την ανάδειξη των ανάγλυφων σχημάτων που διαμορφώνουν τα δεδομένα (όπως και οι μεταβλητές μεγέθους και τόνου). Είναι χαρακτηριστικό ότι, οι μόνες μεταβλητές που είναι διαχειρίσιμες, δηλαδή εύκολα συνδυαστικές (permutable), είναι οι διαστάσεις x και y του επιπέδου.

Αναφερόμενοι στις ιδιότητες του επιπέδου, οφείλουμε να επισημάνουμε ότι αυτό επιτρέπει την ανάδειξη της διάκρισης, της διάταξης και της αναλογίας. Συνεπώς, οι διαστάσεις του μπορούν να αναπαραστήσουν οποιαδήποτε συνιστώσα της πληροφορίας. Κάθε γραφική κατασκευή, χρησιμοποιεί τουλάχιστον μια εκ των διαστάσεων του επιπέδου. Το επίπεδο της εικόνας είναι συνεχές και ομοιογενές. Μπορούμε να δημιουργήσουμε εικόνα μέσα στην εικόνα αλλά όχι να αγνοήσουμε τμήμα αυτής. Τα κενά είναι απολύτως ορατά και κατά συνέπεια, η απουσία συμβόλων εκφράζει απουσία φαινομένων και όχι άγνοια αυτών, ενώ όλες οι οπτικές μεταβολές έχουν σημασία και σε αντίθετη περίπτωση αποτελούν πηγή αμφιβολίας.

Στο επίπεδο μπορούμε να φανταστούμε ένα σημείο, μία γραμμή ή μία επιφάνεια. Το σημείο είναι θεωρητικά χωρίς επιφάνεια (που θα το καθιστούσε επιφάνεια), ωστόσο ένα ορατό σύμβολο με επιφάνεια μπορεί να είναι σημείο χωρίς επιφάνεια. Η γραμμή επίσης δεν διαθέτει επιφάνεια, ωστόσο έχει μήκος. Συνεπώς, για να διαφοροποιήσουμε μια γραμμή ως προς την υφή, τον προσανατολισμό ή το σχήμα χωρίς να μεταβάλλουμε τη σημασία της στο επίπεδο, την αναπαριστούμε με ένα σύνολο σημείων που αποδίδουν αυτή την μεταβολή. Μια συνιστώσα που απεικονίζεται στον άξονα z μέσω του μεγέθους (δηλαδή του πλάτους) ή του τόνου της γραμμής, θα πολλαπλασιασθεί με το μήκος αυτής, που μπορεί να αποτελέσει λάθος. Η επιφάνεια καταλαμβάνει σταθερό τμήμα του επιπέδου και συνεπώς για να τη διαφοροποιήσουμε ως προς το μέγεθος, την υφή, τον προσανατολισμό και το σχήμα χωρίς να μεταβάλλουμε τη σημασία της στο επίπεδο, μπορούμε να την αναπαραστήσουμε με ένα σύνολο σημείων ή γραμμών που επιδεικνύουν αυτές τις μεταβολές. Εάν μια συνιστώσα αναπαρίσταται στον άξονα z μέσω επιφάνειας, πολλαπλασιάζεται με το μέγεθος αυτής που μπορεί επίσης να επιφέρει λάθη. Η απεικόνιση λοιπόν αντικειμένων στο επίπεδο μέσω σημείων, γραμμών ή επιφανειών, εγείρει το πρόβλημα της φύσης των ποσοτήτων που αναπαριστώνται. Τα γραφικά διαχωρίζουν τις ποσότητες σε δύο είδη, τις απόλυτες ποσότητες (absolute quantities) ή σύνολα ανά αντικείμενο (totals per object) και τις αναλογίες μεταξύ των συνόλων ανά αντικείμενο (ratios between totals per object). Μόνο η απεικόνιση μέσω σημείου (implantation by point) μπορεί να επιδείξει απόλυτες ποσότητες στον άξονα z.

Η χρήση των διαστάσεων του επιπέδου για την απεικόνιση πληροφορίας που εκφράζει σχέσεις μεταξύ δύο συνόλων δημιουργεί ένα διάγραμμα (diagram). Όταν αναφερόμαστε στις σχέσεις μεταξύ των στοιχείων ενός συνόλου τότε δημιουργούμε ένα δίκτυο (network). Ένα δίκτυο διατεταγμένο σύμφωνα με τη διάταξη των στοιχείων ενός αντικειμένου αποτελεί τοπογραφία (topography). Ειδικότερα όσον αφορά τις τοπογραφίες, είναι χαρακτηριστικό ότι δεν θέτουν κάποιο κατασκευαστικό πρόβλημα στο επίπεδο και η αντίληψη της διάταξης εξαρτάται από τη σταθερότητα του φυσικού αντικειμένου που αναπαριστούν.

Η τρίτη διάσταση της εικόνας (άξονας z) αναπαριστά μία μείωση στο ποσοστό του άσπρου για κάθε στοιχείο του επιπέδου. Επιτυγχάνεται μέσω των μεταβολών στο μέγεθος και τον τόνο. Το μέγεθος εκφράζει ποσότητες (quantitative) και επομένως μια διαφοροποίηση ως προς αυτό μπορεί να απεικονίζει μια αναλογία μεταξύ δύο μεγεθών. Απεναντίας, ο τόνος δεν μπορεί να εκφράσει ποσότητες εφόσον το άσπρο δεν μπορεί να λειτουργήσει ως μονάδα μέτρησης του μαύρου. Και οι δύο προαναφερθείσες μεταβλητές (μέγεθος, τόνος) είναι διατάξιμες (ordered) και η άμεση διάταξη που αναδεικνύουν πρέπει να ανταποκρίνεται στην διάταξη της συνιστώσας. Συνεπώς η λεζάντα σε αυτή την περίπτωση δεν είναι απαραίτητη και εξυπηρετεί μόνο για τον προφορικό (verbally) προσδιορισμό των ορίων των επιπέδων διαφοροποίησης. Επιπλέον, οι δύο προαναφερθείσες αυτές μεταβλητές είναι και διαχωριστικές (dissociative)προσδίδοντας μεταβλητή ορατότητα (variable visibility), δηλαδή διαφορετικό οπτικό «βάρος», που δεν δύναται να αγνοηθεί και ενισχύει την ουσιώδη λειτουργία τους να δημιουργούν εικόνες. Σε αντίθεση με τις υπόλοιπες μεταβλητές που διαθέτουν σταθερή ορατότητα (constant visibility) και είναι συσχετιστικές (associative), ο συνδυασμός του μεγέθους και του τόνου με αυτές επιβάλλει τον διαχωρισμό των τελευταίων. Η απεικόνιση των ποσοτήτων στον άξονα z, εγείρει κυρίως το πρόβλημα των επιπέδων διαφοροποίησης, δηλαδή των αντιστοιχιών μεταξύ της σειράς (series) των αριθμών και της σειράς των τόνων ή των μεγεθών.

Οι μεταβλητές της τρίτης διάστασης (z) ή αλλιώς μεταβλητές διάκρισης, δεν διαθέτουν όλες τις ίδιες ιδιότητες διάκρισης. Η διαφοροποίηση εξαρτάται από τη οπτική μεταβλητή που χρησιμοποιείται. Στην πραγματικότητα σχετίζεται επίσης, αντιστρόφως ανάλογα με τον αριθμό των χαρακτηριστικών και το πολυσύνθετο της κατανομής τους στο επίπεδο. Το μέγεθος και ο τόνος, παρέχουν (μέσω της μεταβολής τους) εξαιρετική διάκριση ανάμεσα σε διαφορετικά χαρακτηριστικά. Δημιουργούν μια εικόνα που είναι και το ζητούμενο. Επιπλέον όμως, δημιουργούν μια οπτική ιεραρχία (visual hierarchy) η οποία ευνοεί ένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό, γεγονός που αποτελεί πρόβλημα όταν δεν υπάρχει λόγος να γίνει κάτι τέτοιο. Όταν τα χαρακτηριστικά είναι ποσοτικά, το μέγεθος και/ή ο τόνος χρησιμοποιούνται για την αναπαράσταση των ποσοτήτων (ή τη διάταξή τους). Τότε όμως δεν είναι πλέον διαθέσιμα για τη διάκριση μεταξύ των χαρακτηριστικών. Για το σκοπό αυτό, θα πρέπει να ανατρέξουμε στις διακριτικές μεταβλητές. Οι μεταβλητές αυτές, δηλαδή η υφή, το χρώμα, ο προσανατολισμός και το σχήμα, προσδίδουν την ίδια ορατότητα (οπτικό «βάρος») σε κάθε χαρακτηριστικό. Είναι συσχετιστικές και μπορούν συνεπώς να συνδυαστούν με το μέγεθος και τον τόνο χωρίς να μεταβάλλουν τις ιδιότητες των τελευταίων. Πρέπει να επισημανθεί ότι:

Η μεταβολή μέσω υφής (variation by texture), αφορά τη «φωτογραφική» ("photographic") μείωση ενός δεδομένου μοτίβου (pattern), ενώ είναι ανεξάρτητη από τα σχήματα του μοτίβου. Δεν πρέπει να συγχέεται η συγκεκριμένη μεταβολή με εκείνη του μεγέθους, αφού η πρώτη δεν διαφοροποιεί την ορατότητα των επιπέδων διαφοροποίησης όπως η δεύτερη. Η υφή είναι επιλεκτική, επιτρέποντάς μας τη διάκριση μεταξύ επιφανειών και γραμμών της ίδιας ορατότητας. Μας παρέχει τρία βήματα επιλεκτικότητας και είναι «διαφανής» (transparent), δίνοντάς μας τη δυνατότητα διαφοροποίησης επιφανειών που καλύπτονται αποφεύγοντας την σύγχυση. Επιπλέον, είναι συσχετιστική και διαθέτοντας σταθερή ορατότητα μπορεί να συνδυαστεί με τον τόνο με στόχο την διαφοροποίηση δύο κλιμάκων τιμών του, που μας επιτρέπει να διακρίνουμε μια μεταβολή διατεταγμένη από αριστερά προς τα δεξιά σε συνδυασμό με μία κάθετη διαφοροποίηση των χαρακτηριστικών. Μπορεί επίσης να διαχωρίσει μία κλίμακα τιμών σε δύο, όπως θετικά και αρνητικά, και γενικά πρόκειται για την πλέον αποτελεσματική γραφική λύση σε προβλήματα τέτοιου είδους. Η υφή είναι και διατάξιμη, εφόσον διαθέτει την εξαιρετική ιδιότητα να αναδεικνύει διάταξη μεταξύ χαρακτηριστικών χωρίς να «υπονομεύει» κάποιο από αυτά. Το άθροισμα των εικόνων παραμένει ορατό και ξεκάθαρο. Η αντίληψη της υφής ωστόσο, χαρακτηρίζεται από προβλήματα αναπαραγωγής. Το Παράδειγμα 5 του Παραρτήματος «οπτικοποιεί» τα όσα αναφέρθηκαν σχετικά με τις ιδιότητες της μεταβλητής υφή.

Η μεταβολή μέσω χρώματος (variation by color), είναι ιδιαίτερα επιλεκτική χωρίς όμως να εξασφαλίζει πλήρη επιλεξιμότητα περισσότερο από τις υπόλοιπες οπτικές μεταβλητές τρίτης διάστασης. Στηριζόμενοι στη θεωρία του Maxwell για το τι είναι χρώμα, διαπιστώνεται ότι η χρήση του χρώματος στα γραφικά διακρίνεται για τρία βασικά σημεία:

- τα «καθαρά» (pure) χρώματα προσφέρουν τη βέλτιστη συγκριτικά επιλεξιμότητα.

- τα «καθαρά» χρώματα δεν έχουν όλα τον ίδιο τόνο.

- η αντίληψη των τόνων κυριαρχεί της αντίληψης των χρωμάτων.

Συνεπώς:

1. Η επιλεξιμότητα του χρώματος διαφοροποιείται με τον τόνο.

2. Κατά τη σειρά του χρωματικού φάσματος, τα «καθαρά» χρώματα δημιουργούν δύο οπτικές ομάδες.

3. Χρώματα ίσου τόνου δεν είναι οπτικά διατάξιμα.

Λόγω σημαντικών μειονεκτημάτων που μπορεί να συνοδεύουν τη χρήση χρώματος (κόστος, εναπόθεση, αποτελεσματικότερη πρακτική μέσω της μεταβλητής προσανατολισμού, ανικανότητα, υπερβολή, παραλογισμός, κ.α.), η υιοθέτησή του κρίνεται απαραίτητη μόνο στην τριχρωματική ανάλυση (trichromatic analysis), δηλαδή τη μέθοδο εναπόθεσης τριών χαρακτηριστικών, καθένα σε ένα βασικό χρώμα (cyan-blue, yellow, magenta-red), που μας επιτρέπει να διακρίνουμε χωρικές ομαδοποιήσεις ("regionalization") που παράγονται από τη συνολική δομή των χαρακτηριστικών αυτών. Το Παράδειγμα 6 του Παραρτήματος μας δίνει μια σαφέστερη και αναλυτικότερη εικόνα των σημείων που επισημάνθηκαν παραπάνω σχετικά με τη μεταβλητή χρώμα.

Η μεταβολή μέσω προσανατολισμού (variation by orientation), είναι ιδιαιτέρως χρήσιμη σε δύο περιπτώσεις:

Η μεταβολή μέσω σχήματος (variation by shape), αν και φαίνεται ιδανική για την διαφοροποίηση πολυάριθμων χαρακτηριστικών, δεν επιτρέπει παρά μόνο την απάντηση σε ερωτήσεις στοιχειώδους επιπέδου αφού δεν προσδίδει καθόλου επιλεξιμότητα και συνεπώς δεν επιτρέπει ερωτήσεις ενδιάμεσου και συνολικού επιπέδου ή περιφερειοποιήσεις. Η δυσκολία χρήσης του και οι περιορισμοί του το καθιστούν ακατάλληλο σε απεικονίσεις ανεπαρκώς αναλυμένων προβλημάτων που ξεφεύγουν του στοιχειώδους επιπέδου.

Σύμφωνα με τον «κανόνα της ορατότητας», μία κατασκευή μπορεί να είναι σωστή και παρόλα αυτά να παράγει μία «αόρατη» εικόνα εάν τα στοιχεία της δεν διαφοροποιούνται μεταξύ τους. Επομένως, οποιοδήποτε μη διαφοροποιημένο (non-differential) στοιχείο είναι άχρηστο και μειώνει την ορατότητα της εικόνας, βασικός κανόνας της αποτελεσματικότητας των γραφικών. Κατά συνέπεια, πρέπει να:

α) αφαιρούμε ότι είναι κοινό σε όλα τα στοιχεία της πληροφορίας (κοινά χαρακτηριστικά δεν διαθέτουν διαφοροποιημένες ποιότητες).

β) να χρησιμοποιούμε το σύνολο του «μήκους» (length) της οπτικής μεταβλητής (συνολικό διαθέσιμο εύρος επιπέδων διαφοροποίησης) για να απεικονίζουμε την πληροφορία.

γ) να εξαλείφουμε τους «θορύβους» ("noises"), δηλαδή τις ανούσιες «προσλαμβάνουσες» (σημάδια, χρωματιστό ή βρώμικο χαρτί, κλπ.) που μειώνουν την οπτική διαφοροποίηση.

Καταλήγοντας, θα μπορούσε κάποιος να συνοψίσει στα εξής:

1) Κατανόηση σημαίνει μείωση του πλήθους των στοιχειωδών δεδομένων ανακαλύπτοντας όμοια στοιχεία, ανώτερου επιπέδου σύνολα και σχέσεις.

2) Όταν τα δεδομένα της διάστασης z είναι διατάξιμα ή ποσοτικά, μεταγράφονται-απεικονίζονται βάση του μεγέθους ή της τιμής (τόνου), τις μόνες διατάξιμες μεταβλητές κατά z (Σχήμα 4-1), οι οποίες επιτρέπουν την ανάδειξη της σημαντικής μορφής. Οι υπόλοιπες μεταβλητές τρίτης διάστασης (εκτός από την υφή, η οποία όμως προσδίδει σταθερή ορατότητα που δημιουργεί μία «φτωχά» διαφοροποιημένη εικόνα) δεν είναι διατάξιμες (Σχήμα 4-2) και δεν μπορούν να αποδώσουν τη σημαντική ολική εικόνα του συνόλου των στοιχείων και επομένως να επιλύσουν το πρόβλημα.

3) Τα διατεταγμένα δίκτυα ή τοπογραφίες (π.χ. χάρτες), αντιγράφουν τη διάταξη των στοιχείων ενός φυσικού αντικειμένου και λαμβάνουν τις ιδιότητές τους από τη σταθερότητα αυτής της διάταξης.

4) Η μεταγραφή ενός διατάξιμου ή ποσοτικού χαρακτηριστικού ως δίκτυο υπακούει στον κανόνα 2.

5) Η μεταγραφή αρκετών χαρακτηριστικών ως δίκτυο, π.χ. σε ένα χάρτη, εγείρει το πρόβλημα της επιλογής των χαρακτηριστικών και αντιμετωπίζεται ατελώς με δύο λύσεις:

α. Όταν προσδιορίζουμε τις ομάδες η κατάλληλη ερώτηση είναι «ένα δεδομένο χαρακτηριστικό που βρίσκεται;». Για να απαντήσουμε πρέπει να κατασκευάσουμε ένα χάρτη ανά χαρακτηριστικό. Η συλλογή των χαρτών είναι επαναδιατάξιμη αλλά τότε το β. δεν έχει οπτική απάντηση.

β. Όταν ο χάρτης εξυπηρετεί σκοπούς χωρικής σηματοδότησης (spatial marking) η κατάλληλη ερώτηση είναι «σε ένα συγκεκριμένο μέρος τι υπάρχει;». Σε αυτή την περίπτωση πρέπει να υπερθέσουμε τα χαρακτηριστικά στον χάρτη και να χρησιμοποιήσουμε τις οπτικές μεταβλητές διάκρισης (Σχήμα 4-2) αλλά τότε το α. δεν έχει οπτική απάντηση. Για την ανταπόκριση σε όλες τις ερωτήσεις πρέπει να κατασκευάσουμε τα α. και β.

6) Κατά την εναπόθεση χαρακτηριστικών η επιλεξιμότητα αυξάνεται,

α. όταν συνδυάζουμε τις τρεις υλοποιήσεις επί του επιπέδου (σημεία, γραμμές και επιφάνειες).

β. όταν συνδυάζουμε αρκετές μεταβλητές. Σημειωτέον ότι σε αυτή την περίπτωση, οποιοσδήποτε συνδυασμός και αν χρησιμοποιηθεί, θα διακατέχεται από τις ιδιότητες της μεταβλητής που βρίσκεται σε ανώτερο επίπεδο στον πίνακα κατηγοριοποίησης των οπτικών μεταβλητών με βάση τον αριθμό των αντιληπτικών ιδιοτήτων που κατέχουν (Σχήμα 4-1, 4-2). Εξαίρεση αποτελεί ο συνδυασμός μεγέθους/τόνου που μπορεί να είναι «ενισχυτικός» (concurrent), δηλαδή προς την ίδια κατεύθυνση ή «εξισορροπητικός» (compensating), δηλαδή σε αντίθετες κατευθύνσεις.

 

 

Στο Σχήμα 5 που ακολουθεί, συνοψίζονται πιο παραστατικά οι αντιληπτικές ιδιότητες (επίπεδο οργάνωσης, αριθμός διακριτών επιπέδων διαφοροποίησης) των μεταβλητών τρίτης διάστασης όπως καθορίστηκαν και παρουσιάστηκαν παραπάνω. Το επίπεδο οργάνωσης υποδηλώνεται από το είδος της συνιστώσας που η οπτική μεταβλητή δύναται να απεικονίσει και τις αντιληπτικές προσεγγίσεις (αντίληψη ποσοτήτων, διάταξης, επιλογής και συσχέτισης) που μπορεί να αναδείξει, για παράδειγμα μία συνιστώσα διατάξιμη, μπορεί να απεικονιστεί μόνο μέσω μίας από τις διαστάσεις του επιπέδου ή μέσω μεγέθους, τόνου ή υφής. Υπενθυμίζεται ότι ο αριθμός αντιλήψιμων (χρήσιμων) επιπέδων διαφοροποίησης κάθε μεταβλητής, εξαρτάται και από το μέγεθος και τον τόνο των συμβόλων που χρησιμοποιούνται (για παράδειγμα μειώνεται όσο μικρότερο το μέγεθος και όσο πιο «ανοιχτός» ο τόνος).

 

 

 

ΤΟΠΟΓΡΑΦΙΑ-ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΙΑ

 

Εξετάζοντας τα είδη γραφικών κατασκευών, διαπιστώνουμε ότι η τοπογραφία (topography) είναι μια αναπαράσταση ενός φυσικού αντικειμένου. Καθορίζει (σχεδιάζει) σε μια συγκεκριμένη κλίμακα, τη φυσική διάταξη ορισμένων στοιχείων ενός αντικειμένου. Πρόκειται για ένα διατεταγμένο δίκτυο (ordered network), όπου το είδος της διάταξης καθορίζεται από το εκάστοτε αντικείμενο.

Ένας γεωγραφικός χάρτης λοιπόν, αναπαριστά την διάταξη στοιχείων στην επιφάνεια της γης. Η διάταξη που καθορίζεται από τη γήινη επιφάνεια, προσδίδει στον χάρτη δύο εξαιρετικά χαρακτηριστικά:

Οι εσωτερικές σχέσεις τοπογραφικής εγγύτητας και η σύσταση της εξωγενούς πληροφορίας, αποτελούν τις δύο ιδιαίτερες ιδιότητες της χαρτογραφίας που είναι απαραίτητες όταν ο χάρτης χρησιμοποιείται ως εργαλείο για ερμηνεία και λήψη αποφάσεων. Το βασικό πρόβλημα στη χαρτογραφία είναι το «αντίκρυσμα» αυτών των δύο ιδιοτήτων. Σε ένα χάρτη, μια γεωγραφική συνιστώσα δημιουργεί ένα δίκτυο που χρησιμοποιεί το σύνολο του επιπέδου, γεγονός που δημιουργεί ερωτηματικά για την αποτελεσματικότητα του χάρτη, εφόσον η διάσταση y για την αντιπροσώπευση των χαρακτηριστικών δεν είναι πλέον διαθέσιμη. Οι διαθέσιμες επιλογές αφορούν στη δημιουργία ενός χάρτη ανά χαρακτηριστικό, περίπτωση που απαντάει στα ερωτήματα «που είναι ένα δεδομένο χαρακτηριστικό;» και «τι υπάρχει σε ένα δεδομένο σημείο;», καθώς και στην εναπόθεση όλων των χαρακτηριστικών στον ίδιο χάρτη, όπου το πρώτο ερώτημα δεν έχει πλέον οπτική απάντηση. Το εάν θα έπρεπε να έχει όντως απάντηση αυτό το ερώτημα, αποτελεί και το βασικό πρόβλημα στη χαρτογράφηση με ν χαρακτηριστικά, δηλαδή στη θεματική (thematic) ή ακριβέστερα στην πολυθεματική (polythematic) χαρτογραφία.

Συνεπώς, πρέπει να εξετάσουμε τα εξής:

Το χαρτογραφικό υπόβαθρο παρέχεται μέσω της τοπογραφίας, γεωδαισίας και γεωμετρίας ωστόσο η τοπογραφία από μόνη της δεν θέτει πρόβλημα γραφικής σημειογραφίας (graphic notation). Το πρόβλημα της γεωγραφικής χρήσης του υποβάθρου παραμένει σύνθετο και ο θεματικός χαρτογράφος αντιμετωπίζει δυσκολίες που συχνά τον αναγκάζουν να επανασχεδιάσει το υπόβαθρο. Η καταγραφή νέας τοπογραφικής πληροφορίας πρέπει να γίνεται στον ίδιο τον χάρτη, το υπόβαθρο μπορεί να απλοποιηθεί σε υψηλό βαθμό (cartographic generalization) ανάλογα με το είδος της πληροφορίας (εξωγενούς ως προς την τοπογραφία) που αναζητείται, ενώ επίσης πρέπει να παρουσιάζεται σε χαμηλό-διακριτικό προφίλ (low profile) χωρίς σύμβολα που ξεχωρίζουν της θεματικής πληροφορίας.

Στη χαρτογραφία με ένα διατεταγμένο χαρακτηριστικό, η απεικόνιση μιας διάταξης ή ποσότητας στον άξονα z πραγματοποιείται μέσω της μεταβολής του τόνου (value variation) από το φωτεινό (light) στο σκούρο (dark) ή της μεταβολής του μεγέθους (size variation) από το μικρό στο μεγάλο. Η διάταξη της οπτικής μεταβολής πρέπει να ανταποκρίνεται στη διάταξη της συνιστώσας που εξετάζουμε, ενώ η χρήση οποιασδήποτε άλλης οπτικής μεταβλητής - πλην των δύο προαναφερθέντων -μετατρέπει τον χάρτη σε "reading" map από "seeing" map. Ο χάρτης «ανάγνωσης» παρέχει απαντήσεις σε ερωτήσεις που αναφέρονται στον άξονα x (τι υπάρχει σε ένα δεδομένο σημείο) και αδυνατεί να ανταποκριθεί σε εκείνες του άξονα y (που βρίσκεται ένα δεδομένο χαρακτηριστικό), συνεπώς αφορά αποκλειστικά το στοιχειώδες επίπεδο πληροφορίας και απορρίπτει το ολικό επίπεδο. Πρόκειται για χάσιμο χρόνου, πληροφορίας και συνήθως ούτε καν διαβάζεται λόγω του σημαντικού φόρτου που εμπεριέχει. Απεναντίας ο χάρτης «αντίληψης» μας επιτρέπει να δούμε (να αντιληφθούμε δηλαδή άμεσα) το ζητούμενο, απαντώντας στις ερωτήσεις που σχετίζονται με τον άξονα y, αναδεικνύοντας τις ομαδοποιήσεις που καθορίζονται από τη γεωγραφική αλλά και την αριθμητική εγγύτητα (geographical and numerical proximity). Έχει τη δυνατότητα να αναδεικνύει χωρικές ομαδοποιήσεις ("regionalize") στην εικόνα και συνεπώς παρέχει πληροφορία για το σύνολο καλύπτοντας και τις στοιχειώδεις ερωτήσεις που αναφέρονται στον άξονα x. Σε ένα χάρτη με ένα χαρακτηριστικό, το ολικό αυτό επίπεδο πληροφορίας περιλαμβάνει και όλα τα υπόλοιπα επίπεδα. Για την αποφυγή του σφάλματος κατασκευής χαρτών «ανάγνωσης», πρέπει λοιπόν κανείς να λαμβάνει υπόψη ότι:

Παράλληλα, κατά τη δημιουργία χαρτών «αντίληψης», ένα διατάξιμο χαρακτηριστικό μεταγράφεται-αποτυπώνεται μέσω του μεγέθους ή τόνου. Ο βασικός κανόνας συνίσταται στην δημιουργία μίας κλίμακας με οπτικά ισοαπέχοντα (equidistant) επίπεδα διαφοροποίησης (steps), εφόσον σε αντίθετη περίπτωση δημιουργούνται πιθανόν λανθασμένες οπτικές ομαδοποιήσεις. Οι απεικονίσεις με σημεία και γραμμές δεν πρέπει να υπερβαίνουν τις τέσσερις με πέντε διαβαθμίσεις τόνου. Μεγαλύτερος αριθμός επιπέδων διαφοροποίησης απαιτεί τη χρήση του μεγέθους. Ένα ποσοτικό χαρακτηριστικό μεταγράφεται μέσω του μεγέθους. Βασικός κανόνας στην περίπτωση αυτή, η αναλογικότητα (proportionality) μεταξύ των οπτικών αποστάσεων και των ποσοτικών αποστάσεων. Σκοπός της απεικόνισης είναι η ανάδειξη των ομάδων που δημιουργούνται από τις ποσοτικές αποστάσεις. Οι απλούστερες γραφικές υλοποιήσεις σημείων ή επιφανειών σε αυτή τη περίπτωση αφορούν κύκλους αναλογικής επιφάνειας (proportional area), ενώ οι υλοποιήσεις με γραμμές αναλογικά πάχη (proportional widths). Σημαντικό είναι να γνωρίζουμε ότι ένα ποσοτικό χαρακτηριστικό δύναται να μετατραπεί σε κατηγορίες ποσότητας και να απεικονιστεί όπως ένα διατάξιμο χαρακτηριστικό, ωστόσο οι αναλογίες σε αυτές τις περιπτώσεις εξαφανίζονται και μαζί με αυτές και οι προκύπτουσες ομαδοποιήσεις από τις αποστάσεις μεταξύ των αριθμών, αφήνοντας ως μοναδικές κατηγορίες εκείνες που δημιουργήθηκαν εκ των προτέρων (a priori).

Όσον αφορά τη χαρτογραφία με περισσότερα του ενός χαρακτηριστικά, διαπιστώνουμε ότι ο χάρτης υπολείπεται μίας διάστασης για την αντιπροσώπευση πρόσθετων χαρακτηριστικών σε μία μόνο εικόνα, δεδομένου ότι σε ένα πίνακα δεδομένων η διάσταση x αντιπροσωπεύει το χώρο, η διάσταση y τα χαρακτηριστικά και η z τις ποσότητες, ενώ στη χαρτογραφία ο χώρος αναπαρίσταται στα x και y και οι ποσότητες στο z. Το γεγονός ότι ο πίνακας δεδομένων δημιουργείται για να παρέχει την ολική πληροφορία για το σύνολο των στοιχείων, μεταφράζεται στο πώς τα στοιχεία του x και του y διαιρούνται σε ομάδες, ή άλλως ποια είναι η γεωγραφική μορφή (geographical form) κάθε χαρακτηριστικού και ποια χαρακτηριστικά διαθέτουν την ίδια μορφή. Μία εναπόθεση (superimposition) χαρτών απαντά μόνο τη στοιχειώδη ερώτηση του τι υπάρχει σε ένα δεδομένο σημείο, ανταποκρίνεται δηλαδή σε μία εγγραφή x του πίνακα, ενώ αδυνατεί να δώσει οπτική απάντηση στην ερώτηση «που βρίσκεται ένα δεδομένο χαρακτηριστικό;», δηλαδή σε μία εγγραφή y του πίνακα. Στην περίπτωση αυτή ο χάρτης αποτελεί ένα σχήμα (figure) που συνίσταται από πολλαπλές εικόνες που θα πρέπει να απομνημονευθούν για να δοθεί η απάντηση σε επίπεδο y. Πρόκειται δηλαδή για έναν άχρηστο χάρτη ως προς το σύνολο της πληροφορίας.

Στη χαρτογράφηση πολλών συνιστωσών, το κύριο πρόβλημα διαφοροποιείται ανάλογα με το αν απαιτείται η ανάγνωση του συνολικού επιπέδου πληροφορίας (δηλαδή αν πρόκειται να απαντήσουμε στην ερώτηση που χαρακτηρίζει τη διάσταση y: που βρίσκεται ένα δεδομένο χαρακτηριστικό). Η ερώτηση αυτή είναι κατάλληλη όταν πρέπει να συγκρίνουμε πολυάριθμα χαρακτηριστικά, να προσδιορίσουμε γεωγραφικές συσχετίσεις ή να καθορίσουμε περιοχές και τα όριά τους. Πρόκειται για πληροφορία σε συνολικό επίπεδο, η ανάγνωση της οποίας απαιτεί τη δημιουργία συλλογής χαρτών που μας επιτρέπουν συγκρινόμενοι να αντιληφθούμε ομοιότητες. Στην περίπτωση που η αναζητούμενη πληροφορία είναι στο επίπεδο του απλού στοιχείου, επαρκεί η στοιχειώδης ανάγνωση (elementary reading) μέσω της εναπόθεσης. Επιπλέον, στη χαρτογράφηση πολλών συνιστωσών τίθεται το πρόβλημα της ανάγκης ή όχι μεταγραφής της περιεκτικής (comprehensive) πληροφορίας ανάλογα με το αν βρισκόμαστε στο στάδιο ανάδειξης μιας χρήσιμης απλοποίησης (simplification) ή στο στάδιο επικοινωνίας (communication) αυτής της απλοποίησης. Η χαρτογράφηση πολλών συνιστωσών λοιπόν, εξαρτάται από: α) το επίπεδο πληροφορίας που αναζητείται και β) από το αν η επεξεργασία σκοπεύει στην έρευνα ή την επικοινωνία. Οι δύο αυτές εναλλακτικές χρήσεις εμπλέκονται και καθορίζουν, για συγκεκριμένα δεδομένα, τις τέσσερις μορφές χαρτογράφησης:

1) τις περιεκτικές εναποθέσεις (comprehensive superimpositions), ευανάγνωστες μόνο ως προς το στοιχειώδες επίπεδο πληροφορίας και χρήσιμες για την ανάγνωση του τι υφίσταται σε ένα συγκεκριμένο σημείο. Πρόκειται για χάρτες αναφοράς (reference maps) ή χάρτες αφετηρίας (mark maps) άχρηστους όσον αφορά σχέσεις σε συνολικό επίπεδο, όπως αρχιτεκτονικά σχέδια, τοπογραφικοί χάρτες, οδικοί χάρτες, χάρτες ονοματολογίας, κλπ.

2) τη δημιουργία συλλογής περιεκτικών χαρτών (collection of comprehensive maps), ένας ανά χαρακτηριστικό, ευανάγνωστων ως προς το συνολικό επίπεδο πληροφορίας και χρήσιμων για τον προσδιορισμό περιοχών και γεωγραφικών συσχετίσεων. Πρόκειται για χάρτες επεξεργασίας (processing maps).

3) την απεικόνιση απλοποιημένης εναπόθεσης (simplified superimposition), ευανάγνωστη ως προς όλα τα επίπεδα και χρήσιμη για την απομνημόνευση και διδασκαλία. Πρόκειται για χάρτες επικοινωνίας (communication maps), όπου το επίπεδο απλοποίησης αποτελεί πάντα πεδίο συζήτησης.

4) την περίπτωση χαρτών που δεν προσφέρουν ούτε περιεκτικότητα ούτε συνολική ανάγνωση. Αφορά δηλαδή τους άχρηστους χάρτες. 

Είναι προφανές λοιπόν ότι δεν είναι δυνατό, όσον αφορά τη σύνθετη πληροφορία, να απεικονίσουμε πολλά χαρακτηριστικά με περιεκτικό τρόπο σε ένα και μόνο χάρτη και παράλληλα να παρέχουμε οπτική απάντηση και στους δύο προαναφερθέντες τύπους ερωτήσεων (δηλαδή «τι υπάρχει σε ένα δεδομένο σημείο» και «που βρίσκεται ένα δεδομένο χαρακτηριστικό») . Όταν ο χαρτογράφος πρέπει να παράγει έναν χάρτη με πολλές συνιστώσες, πρέπει πρώτα από όλα να προσδιορίσει το είδος της ερώτησης που θα κληθεί να απαντήσει. Κατά συνέπεια όταν και οι δύο τύποι ερωτήσεων είναι κατάλληλοι, όπως συμβαίνει συνήθως, η μόνη ικανοποιητική λύση είναι η δημιουργία πολλών χαρτών (δημιουργία ενός χάρτη εναπόθεσης για την απάντηση στις ερωτήσεις της διάστασης x - τι υπάρχει σε ένα δεδομένο σημείο; - και ενός χάρτη για κάθε χαρακτηριστικό, για την απάντηση στις ερωτήσεις της διάστασης y - που βρίσκεται ένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό;). Το συμπέρασμα είναι ότι η χρήση της χαρτογραφίας για τη παρουσίαση περιεκτικής πληροφορίας που αφορά πίνακα δεδομένων πολλαπλών εγγραφών, ακολουθεί τον κανόνα δημιουργίας δύο γραφικών κατασκευών, μιας εναπόθεσης για την απάντηση των ερωτήσεων σε σχέση με τη διάσταση x και μιας συλλογής ομάδας χαρτών για την απάντηση των ερωτήσεων της διάστασης y. Δηλαδή κατά τη δημοσίευση χαρτών, η γραφική μεταγραφή-απεικόνιση πρέπει να παρέχει απάντηση σε όλες τις κατάλληλες ερωτήσεις.

Η χαρτογραφία πάνω από όλα αποτελεί ένα μέσο επεξεργασίας δεδομένων ανεξάρτητο από τα προβλήματα που αφορούν τη δημοσίευση. Η χρησιμότητά της συνίσταται είτε στην ανάδειξη των χωρικών διαφοροποιήσεων με βάση τα επίπεδα διάκρισης των τιμών μιας μεταβλητής, είτε στην ανακάλυψη μιας γεωγραφικής κατανομής καθορισμένης από ένα δεδομένο σύνολο χαρακτηριστικών (χάρτης «σύνθεσης» - "synthesis" map). Όταν μελετάμε ένα πρόβλημα π.χ. το αιτούμενο είναι η ανάδειξη των χαρακτηριστικών που έχουν αιτιώδη συνάφεια ή σχέση σύμπτωσης με αυτό. Από μία χαρτογραφική «τράπεζα πληροφοριών», είναι αρκετά εύκολο να ανασύρουμε μία σειρά χαρτών, στους οποίους η κατανομή είναι απευθείας ή αντιστρόφως σχετιζόμενη με την κατανομή που μελετάμε. Τα φαινόμενα που απεικονίζονται σε αυτούς τους χάρτες είναι πιθανό να έχουν αιτιώδη συνάφεια ή σχέση σύμπτωσης με το φαινόμενο που μελετάμε. Οι συλλογές χαρτών προσφέρουν σημαντικές δυνατότητες ανάλογες του πλούτου των δεδομένων της διατιθέμενης βάσης, όταν από την άλλη μεριά η ανθρώπινη φαντασία, σχετικά περιορισμένη, υπόκειται σε περιορισμούς. Η οπτική επιλογή (visual selection) είναι αμεσότερη και καλύτερη κάθε αυτόματης διαδικασίας, επιτρέποντας εξαρχής μία ποικιλία λεπτών διαφοροποιήσεων (nuances) πέραν των δυνατοτήτων του υπολογιστή. Όμως, το χρονικό κόστος που συνεπάγεται η διαδικασία αυτή, αντισταθμίζεται στην περίπτωση εκείνη μόνο που οι χάρτες της συλλογής είναι «αντιλήψημοι» ("seeing maps") και όχι «αναγνώσιμοι» ("reading maps").

Επισημαίνεται ότι η συλλογή περιεκτικών χαρτών:

Η συλλογή χαρτών όμως δεν δίνει απάντηση στο ερώτημα «τι υπάρχει σε ένα συγκεκριμένο σημείο». Για αυτό το σκοπό χρησιμεύει ο «χάρτης σύνθεσης», η υλοποίηση του οποίου απαιτεί μία από τις παρακάτω διαδικασίες:

Α) Την τριχρωματική μέθοδο, όπου χάρτες ίδιας κλίμακας μπορούν να υπερτεθούν ανά τρεις, λαμβάνοντας έκαστος διαφορετικό χρώμα εκ των κυανό-μπλε, κίτρινο και μαντζέντα-κόκκινο. Αυτή η τριχρωματική εναπόθεση (trichromatic superimposition) μας επιτρέπει να οριοθετήσουμε περιοχές που καθορίζονται από το συνδυασμό τριών χαρακτηριστικών και επομένως επιβεβαιώνει την εξαιρετική δυνατότητα του ανθρώπινου ματιού να «συνθέτει» ακαριαία την εικόνα από έναν σημαντικό αριθμό στοιχείων πληροφορίας.

Β) Τη χαρτογραφική διαδικασία, η οποία συνίσταται σε τρεις φάσεις. Η πρώτη φάση αφορά τη δημιουργία μιας συλλογής χαρτών αναφοράς (mark-reference), έναν για κάθε χρήσιμο χαρακτηριστικό. Η δεύτερη φάση περιλαμβάνει ενδιάμεσους χάρτες σύνθεσης προερχόμενους από χάρτες της πρώτης φάσης, με στόχο τον προσδιορισμό περιοχών ενδιαφέροντος. Η τρίτη φάση δημιουργεί τον γενικό χάρτη σύνθεσης που προκύπτει από την εναπόθεση χαρτών της δεύτερης αλλά και πρώτης φάσης. Στη διαδικασία αυτή πρέπει να σημειωθεί ότι:

Γ) Όταν η πληροφορία δημιουργεί μια μήτρα σημαντικών διαστάσεων δύναται να περιοριστεί με μαθηματικές ή γραφικές μεθόδους. Οι διαδικασίες μήτρας (μέθοδος Bertin) για την πραγματοποίηση ενός χάρτη σύνθεσης, περιλαμβάνουν γραφικές αντιμεταθέσεις (graphic permutations) για τη δημιουργία ενός πρώτου «συστήματος» από το οποίο λαμβάνουμε μία ερμηνευτική μήτρα (interpretation matrix) και μία κατηγοριοποίηση με βάση κάποια χαρακτηριστικά που απεικονίζεται σε έναν χάρτη. Τα χαρακτηριστικά που δεν ερμηνεύονται από το πρώτο σύστημα, δημιουργούν ένα δεύτερο και εν συνεχεία η προκύπτουσα ερμηνευτική μήτρα αποκαλύπτει μια νέα κατηγοριοποίηση που χαρακτηρίζεται ως προς κάποια χαρακτηριστικά. Η εναπόθεση των χαρτών που προέκυψαν μας παρέχει τη γενική σύνθεση. Η διαφοροποίηση της συγκεκριμένης διαδικασίας σε σχέση με την προηγούμενη, συνίσταται στο γεγονός ότι η συγκεκριμένη χαρακτηρίζεται από σημαντικό περιορισμό του «εκ των προτέρων» τμήματος της εφαρμογής, δεδομένου ότι οι ενδιάμεσες συνθέσεις προέρχονται από το σύνολο των χαρακτηριστικών και προσδιορίζονται μόνο μετά την ανάλυση, ενώ στην περίπτωση των χαρτογραφικών διαδικασιών δημιουργήθηκαν εκ των προτέρων.

Η οπτική επιλογή όσον αφορά τους χάρτες εναπόθεσης χαρακτηριστικών, αποτελεί ένα ουσιαστικό πρόβλημα δεδομένου ότι η συνήθης πρακτική καταφεύγει στη χρήση χρωματικών διαφορών με όλα τα μειονεκτήματα που αυτό συνεπάγεται. Στις περισσότερες περιπτώσεις άλλες οπτικές μεταβλητές (μέγεθος, τόνος, υφή) φαίνεται να αποδίδουν εξίσου αποτελεσματικά την επιλογή αποφεύγοντας παράλληλα τις παγίδες του χρώματος. Για το λόγο αυτό, είναι απαραίτητο να λαμβάνουμε υπόψη τις τέσσερις παρακάτω υποδείξεις που προκύπτουν από τις ιδιότητες της οπτικής αντίληψης:

α - Τονίζουμε τη θεματική πληροφορία και όχι το φόντο (background).

β - Αντικαθιστούμε δύο χάρτες με το χάρτη της διαφοράς τους.

γ - Στην απεικόνιση με σημεία, αντικαθιστούμε μια μεταβολή μέσω σχήματος με μεταβολή μέσω προσανατολισμού, η οποία μας επιτρέπει να διατηρήσουμε την αντίληψη της πυκνότητας (εφόσον όλα τα σύμβολα διαθέτουν τον ίδιο τόνο) προσφέροντας παράλληλα πολύ μεγαλύτερη επιλεξιμότητα έναντι της σχηματικής μεταβολής.

δ - Χρησιμοποιούμε τη διαφοροποίηση στην υφή και το contrast σημείου/ γραμμής/περιοχής, για την επίτευξη της διάκρισης σε χάρτες εναπόθεσης.

ε - Όταν πολλά χαρακτηριστικά πρόκειται να υπερτεθούν, η λιγότερο κακή απεικόνιση εξαρτάται πάνω από όλα από την κατανομή των χαρακτηριστικών και η μόνη λύση είναι οι δοκιμές με γνώμονα ότι ο χαρτογράφος δεν καλείται να λειτουργήσει ως σχεδιαστής, αλλά να επιλύσει προβλήματα σχέσεων μεταξύ συνόλων.

 

Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι σήμερα, χάρη στην καταπληκτική ανάπτυξη της επεξεργασίας της πληροφορίας μέσω του υπολογιστή, γνωρίζουμε ότι «αντιλαμβάνομαι-κατανοώ» σημαίνει απλοποιώ, μετατρέπω μία τεράστια ποσότητα δεδομένων σε ένα μικρό αριθμό κατηγοριών πληροφορίας βάσει των οποίων είμαι σε θέση να «συλλάβω» το πρόβλημα που θέτω για διερεύνηση. Η επεξεργασία της πληροφορίας, περιλαμβάνει την αναζήτηση των προσφορότερων ευρέως αποδεκτών μεθόδων ανάλυσης για την επίτευξη του εγχειρήματος αυτού. Ο υπολογιστής σήμερα προσφέρει απεριόριστες δυνατότητες, ωστόσο τα πιο σημαντικά στάδια της επιστημονικής εργασίας παραμένουν εκείνα που δεν μπορούν να αυτοματοποιηθούν, δηλαδή εκείνα που προηγούνται και έπονται της αυτοματοποιημένης επεξεργασίας. Τα νέα ερωτήματα που εγείρονται στα στάδια αυτά, αφορούν το βέλτιστο επίπεδο απλοποίησης (επιλογή μεθόδου υπολογισμού, αλγόριθμου, κατάλληλων υποσυνόλων, εξαιρέσεων) και την καταλληλότητα των δεδομένων που εισάγουμε σε σχέση με το πρόβλημα που εξετάζεται. Το ζητούμενο είναι η ενεργοποίηση της γνώσης και της διαίσθησής μας (φυσική νοημοσύνη-natural intelligence) ώστε να οραματιστούμε τα δεδομένα και τις συσχετίσεις που αδυνατεί καταρχάς ο υπολογιστής. Επιδιώκουμε δηλαδή, την αύξηση της φυσικής αυτής νοημοσύνης, την ανακάλυψη της τεχνητής μνήμης (artificial memory) που με βέλτιστο τρόπο θα υποστηρίξει τα φυσικά μας μέσα αντίληψης (perception). Τα χαρακτηριστικά αυτής της τεχνητής μνήμης, περιλαμβάνουν την ικανότητα μεταγραφής μεγάλου αριθμού δεδομένων, απεικόνισης συγκεντρώσεων αντικειμένων και χαρακτηριστικών καθώς και εξαιρέσεων που θα μπορούσαν να διευκολύνουν την ερμηνεία, να δημιουργήσουν παραλλαγές και να ενθαρρύνουν νέα έρευνα. Κατά συνέπεια, πρέπει να είναι και εύκολα τροποποιήσιμη προς υποστήριξη των νέων συνθηκών που αυτή δημιουργεί.

Ο ανταγωνισμός των δύο μέσων έκφρασης, γραφικών και ανάλυσης δεδομένων, παύει εφόσον πλέον αναγνωρίζεται η συμπληρωματικότητα τους κυρίως στο στάδιο της ερμηνείας. Η ισχύς και η καθολικότητα της εφαρμογής του γραφικού x y z, οδήγησε στη θεωρία που καθορίζει τα γραφικά ως σύστημα συμβόλων ικανό να αντιπροσωπεύσει οποιοδήποτε πρόβλημα αντιληπτό υπό τη μορφή πίνακα διπλής εισόδου. Το γραφικό x y z, βρίσκει άμεση εφαρμογή στη χαρτογραφία και ουσιαστικά ορίζει την ιδιαίτερη, προέχουσα ιδιότητα της: ένα σταθερό επίπεδο x y που λειτουργεί ως βάση για τη σύγκριση διαφορετικών z συνιστωσών μερών. Η θεωρία αυτή καθορίζει παράλληλα και τα όρια της χαρτογραφίας, τα οποία και αποδεικνύουν ότι η ανθρώπινη λογική φαίνεται να βασίζεται στις οπτικές μεταβλητές που δίδονται μόνο από την κατασκευή x y z, δηλαδή στη φυσική και άμεση αντίληψη των συσχετίσεων ανάμεσα στις τρεις «διαστάσεις». Η τέταρτη διάσταση, ο χρόνος, είναι προσιτή μόνο μέσω της ανθρώπινης μνήμης. Τα σύγχρονα μαθηματικά και οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές μας προσδίδουν ολοένα περισσότερο ισχυρά εργαλεία για να διαχειριστούμε τα δεδομένα, παράλληλα όμως πολλαπλασιάζουν και τον αριθμό αυθαίρετων επιλογών χωρίς ταυτόχρονα να αλλάζουν τα φυσικά μέσα αντίληψής μας στο παραμικρό. Συνεπώς, το ζητούμενο είναι να χρησιμοποιήσουμε τα φυσικά αυτά μέσα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο ώστε να δικαιώσουμε τις αναγκαίες επιλογές.

Μελετώντας τα συμπεράσματα του Bertin και υπό το πρίσμα των εξελίξεων, προκύπτει μια νέα προοπτική με μια σειρά συνακόλουθες προτεραιότητες:

1. Τον τρόπο να «βλέπουμε» ένα γραφικό ή ένα χάρτη.

Δεν «διαβάζουμε» ένα γραφικό. Στην ουσία θέτουμε τρία ερωτήματα ως προς αυτό.

Ένα γραφικό πρέπει να επιτρέπει στον παρατηρητή να πηγαίνει από τη λεπτομέρεια στην ολότητα και να ανακαλύπτει άμεσα τη γενική δομή και κάθε εξαίρεση ως προς αυτή. Οι προηγούμενες τρεις ερωτήσεις αποτελούν βασική προϋπόθεση εάν θέλουμε να αποφύγουμε μάταιες ελλιπείς γραφικές κατασκευές που δεν μπορούν να δώσουν οπτικές απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα.

2. Την xyz κατασκευή της «εικόνας».

Αυτό και μόνο επιτρέπει να αποκριθούμε στις παραπάνω ερωτήσεις. Κάθε άλλη κατασκευή μας επιτρέπει μόνο να διακρίνουμε τα στοιχειώδη, έστω και τις ενδιάμεσες συσχετίσεις, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μας αποκαλύπτει την συνολική πληροφορία. Τα x και y αποτελούν τις ορθογώνιες διαστάσεις του πίνακα δεδομένων, ενώ το z είναι η μεταβολή σε ενέργεια φωτός σε κάθε σημαίνον σημείο του πίνακα. Η μεταβολή αυτή μπορεί να αποκομισθεί μόνο μέσω του μεγέθους και του τόνου (χρωματικού), που μαζί με τις διαστάσεις x και y αποτελούν τις «μεταβλητές εικόνας-απεικόνισης». Οι υπόλοιπες οπτικές μεταβλητές («διακριτικές μεταβλητές») - υφή, χρώμα, προσανατολισμός - απλώς χρησιμεύουν στη διαφοροποίηση της ποιότητας της ενέργειας και όχι της ποσότητας.

 

 

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΜΗ ΓΡΑΦΙΚΗΣ ΠΡΑΚΤΙΚΗΣ

 

Επιχειρώντας να αποσαφηνίσουμε στον αναγνώστη ορισμένα από τα συμπεράσματα του κειμένου και να «οπτικοποιήσουμε» κάποιες από τις έννοιες, τους κανόνες, τις ιδιότητες, τις δυνατότητες και τους περιορισμούς των γραφικών ως συμβολικό σύστημα και μέσο επεξεργασίας και επικοινωνίας, παραθέτουμε τα παρακάτω παραδείγματα από τα οποία ορισμένα (Παραδείγματα 1-6) προέρχονται από τον Bertin και θεωρήθηκαν αντιπροσωπευτικά, ενώ τα υπόλοιπα αφορούν υλοποιήσεις στα πλαίσια της παρούσας εργασίας με στόχο την περαιτέρω αποσαφήνιση των όσων αναπτύχθηκαν και τη συμπληρωματικότητα των παραδειγμάτων.

 

 

O χάρτης (1) απεικονίζει έναν πίνακα δεδομένων (2) με τιμές γης σε διάφορες περιοχές, δηλαδή περιέχει δύο είδη πληροφορίας:

Ο χάρτης (1) είναι ένας χάρτης «ανάγνωσης» που παρέχει απαντήσεις μόνο σε ερωτήσεις που αναφέρονται στη διάσταση x (με την προϋπόθεση ότι η λεζάντα έχει απομνημονευθεί) και όχι στις ερωτήσεις που προέρχονται από τη διάσταση y. Για παράδειγμα το ερώτημα «που βρίσκεται η ακριβή γη;», απαιτεί για να απαντηθεί από τον χάρτη (1) την ανάγνωση άνω των 100 συμβόλων το ένα μετά το άλλο. Επομένως, ο χάρτης αυτός παρέχει τις τιμές γης μόνο σε στοιχειώδες επίπεδο. Στο συνολικό επίπεδο, δείχνει μόνο τα σημεία που εξετάζονται με τις ποσότητες τοποθετημένες όλες μαζί. Πρόκειται λοιπόν για χάσιμο χρόνου και πληροφορίας και με δυσκολία ακόμα μπορεί να διαβαστεί. Ο χάρτης (3) από την άλλη, είναι χάρτης «αντίληψης» και μας επιτρέπει άμεσα να αντιληφθούμε την κατανομή των τιμών γης. Παρέχει τις απαντήσεις στις ερωτήσεις της διάστασης y και αναδεικνύει τις ομαδοποιήσεις που καθορίζονται από τη χωρική και ταυτόχρονα την αριθμητική εγγύτητα. Συνεπώς αναδεικνύει τις χωρικές ομαδοποιήσεις στην εικόνα και η πληροφορία που παρέχει αφορά το σύνολο των στοιχείων. Επιπλέον, δύναται να απαντήσει στις στοιχειώδεις ερωτήσεις του x εφόσον περιλαμβάνει όλα τα επίπεδα πληροφορίας. Το βασικό λάθος σε αυτό το παράδειγμα, αφορά στο ότι επιλέχθηκε να απεικονιστεί ένα διατάξιμο χαρακτηριστικό με μια μεταβλητή (σχήμα) της οποίας η οπτική μεταβολή-διαφοροποίηση δεν είναι οπτικά διατάξιμη. Δεδομένου ότι απεικόνιση του χαρακτηριστικού (τιμή γης) γίνεται μέσω σημείου, η χρήση της μεταβλητής μέγεθος κρίνεται και η πιο αποτελεσματική σε σχέση με τις δύο υπόλοιπες (τόνος, υφή) οπτικά διατάξιμες μεταβλητές.

 

 

 

Περνώντας στη χαρτογράφηση περισσότερων του ενός χαρακτηριστικών, στο παράδειγμα αυτό εξετάζεται η κατανομή του εργατικού δυναμικού σε τρεις τομείς της οικονομίας (Ι – Γεωργία, ΙΙ – Βιομηχανία, ΙΙΙ – Τριτογενής, Τ - Σύνολο) για τα 90 γεωγραφικά διαμερίσματα της Γαλλίας. Ο πίνακας δεδομένων παρέχει τη συνολική πληροφορία για το πρόβλημα, δηλαδή με ποιο τρόπο τα x και y δημιουργούν ομάδες ή αλλιώς «ποια είναι η χωρική μορφή κάθε χαρακτηριστικού;» και «ποια χαρακτηριστικά διαθέτουν την ίδια μορφή;». Ο χάρτης (1) αποτελεί μια εναπόθεση των χαρακτηριστικών και δίνει απάντηση στη στοιχειώδη ερώτηση (τι υπάρχει σε ένα συγκεκριμένο σημείο;) που αντιστοιχεί στη x διάσταση του πίνακα. Οπτική απάντηση στο ερώτημα της διάστασης y (που βρίσκεται ένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό;) δεν παρέχεται από το συγκεκριμένο χάρτη άμεσα αντιληπτά (υπό τη μορφή εικόνας δηλαδή) παρά μόνο αν αναλύσουμε κάθε γεωγραφικό διαμέρισμα ξεχωριστά. Επομένως ο χάρτης (1) είναι ένα σχήμα (figure) που αποτελείται από 90 εικόνες που θα πρέπει να απομνημονευθούν, αλλιώς είναι άχρηστος ως προς το συνολικό επίπεδο της πληροφορίας. Οι τέσσερις χάρτες της συλλογής (2) του παραδείγματος, είναι αδύνατο να αναδειχθούν από το χάρτη (1). Η συλλογή αυτή, απαντάει στις ερωτήσεις σχετικά με το σύνολο των στοιχείων του προβλήματος, δηλαδή «με ποιο τρόπο τα χαρακτηριστικά σχηματίζουν ομάδες;». Κάθε χάρτης της συλλογής (2) άμεσα απαντάει σε ερώτηση της διάστασης y (που είναι ένα δεδομένο χαρακτηριστικό;) και το γεγονός αυτό μας επιτρέπει τελικά να αντιληφθούμε τις ομοιότητες μεταξύ των κατανομών των χαρακτηριστικών ΙΙ, ΙΙΙ και Τ, σε σύγκριση με το Ι. Ωστόσο, ο χάρτης (1) του παραδείγματος δεν είναι απαραίτητα λάθος. Απλώς απευθύνεται σε διαφορετικό επίπεδο αναζητούμενης πληροφορίας (στοιχειώδες επίπεδο πληροφορίας και ανάγνωσης). Όταν όμως το ζητούμενο είναι η σύγκριση πολλών χαρακτηριστικών, ο προσδιορισμός χωρικών σχέσεων ή ο καθορισμός περιοχών και ορίων αυτών, τότε η δημιουργία της συλλογής χαρτών (2) κρίνεται ως κατάλληλη και επιτακτική. Τι γίνεται όμως αν επιθυμούμε την ανάδειξη και των δύο επιπέδων πληροφορίας σε έναν χάρτη (πιθανώς απλοποιημένο);

 

 

 

Το παράδειγμα αυτό βασίζεται στα συμπεράσματα του προηγούμενου και την ιδέα της απλοποίησης του χάρτη για την ανάδειξη όλων των επιπέδων πληροφορίας. Ο χάρτης (3) αποτελεί την απλοποιημένη εναπόθεση της χωρικής διάταξης των χαρακτηριστικών ΙΙ, ΙΙΙ και Τ σε αυτή του χαρακτηριστικού Ι - όπως ανάδειξαν οι χάρτες της συλλογής (2) - με στόχο την άμεση απάντηση σε όλες τις ερωτήσεις και την ευκολία στην ανάγνωση. Ωστόσο, το επιτυγχάνει αυτό με κόστος την υπεραπλούστευση ίσως των δεδομένων, εφόσον δεν μας επιτρέπει την ανασύσταση της αρχικής πληροφορίας, δηλαδή της περιεκτικής πληροφορίας που μεταγράφηκε στο χάρτη (1) ή στο χάρτη (2). Επιπλέον, δεν μας παρέχει κανένα μέσο για συζήτηση του επιπέδου απλοποίησης. Συνεπώς, η επιλογή του τρόπου χαρτογράφησης πολλών παραγόντων εξαρτάται από το επίπεδο πληροφορίας που αναζητάται και το σκοπό της επεξεργασίας (έρευνα ή επικοινωνία). Οι δύο αυτοί παράγοντες καθορίζουν και τις τέσσερις μορφές χαρτογράφησης:

 

 

 

Στο παράδειγμα αυτό, επιχειρούμε να διακρίνουμε ένα χαρακτηριστικό, για παράδειγμα να δούμε στην εικόνα (4) όλα τα στοιχεία της εικόνας (1) και επομένως να «αγνοήσουμε» οπτικά τα υπόλοιπα. Ομοίως στις εικόνες (10) η διάκριση ενός χαρακτηριστικού ισοδυναμεί με το να μπορούμε να διαβάσουμε την λέξη που περιλαμβάνουν. Είναι προφανές ότι η εικόνα (4) διαχωρίζει ή αλλιώς «διακρίνει» τις εικόνες (1), (2) και (3) με τη χρήση της μεταβολής του μεγέθους. Η διαφοροποίηση αυτή επιτυγχάνεται μέσω του τόνου στην εικόνα (5), της υφής στην εικόνα (6), του χρώματος στην εικόνα (7), του προσανατολισμού στην εικόνα (8) και του σχήματος στην εικόνα (9). Βλέπουμε ότι όλες οι μεταβλητές της τρίτης διάστασης δεν έχουν τιςίδιες διακριτικές ιδιότητες. Η διαφοροποίηση εξαρτάται από την οπτική μεταβλητή που χρησιμοποιείται αλλά στην πραγματικότητα σχετίζεται αντίστροφα και με τον αριθμό των χαρακτηριστικών και την συνθετότητα της κατανομής τους στο επίπεδο. Το μέγεθος και ο τόνος, αν και προσφέρουν εξαιρετική διάκριση μεταξύ διαφορετικών χαρακτηριστικών, δημιουργούν μια οπτική ιεραρχία που ευνοεί ένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό, για παράδειγμα το χαρακτηριστικό (2) στην εικόνα (4) ή το χαρακτηριστικό (1) στην εικόνα (5), ιεραρχία που μπορεί να αποτελεί λάθος αν είναι αδικαιολόγητη. Όταν τα χαρακτηριστικά είναι ποσοτικά, τότε οι μεταβλητές μέγεθος και τόνος «δεσμεύονται» για την απεικόνιση των ποσοτήτων (ή της διάταξής τους) και επομένως απαιτείται η χρήση των υπολοίπων οπτικών μεταβλητών για τη διάκριση μεταξύ χαρακτηριστικών. Οι διακριτικές αυτές μεταβλητές (υφή, χρώμα, προσανατολισμός και σχήμα) προσδίδουν την ίδια ορατότητα σε κάθε χαρακτηριστικό και είναι επομένως συσχετιστικές (associative). Κατά συνέπεια μπορούν να συνδυαστούν με το μέγεθος και/ή τον τόνο, χωρίς να επηρεάσουν τις ιδιότητες των τελευταίων. Αξίζει να παρατηρηθεί ότι, απόλυτη επιλεξιμότητα (ανεξάρτητη από τον αριθμό των χαρακτηριστικών ή την κατανομή αυτών) υφίσταται μόνο στη διάκριση επί του επιπέδου όπως φαίνεται και στις εικόνες (1), (2) και (3). Το χρώμα (εικόνα-7) αποτελεί την μεταβλητή με τη λιγότερο «κακή» επιλεξιμότητα μετά το μέγεθος και τον τόνο (υπό φυσικό φωτισμό). Το σχήμα δεν προσφέρει επιλεξιμότητα όπως φαίνεται και στην εικόνα (9).

 

 

 

Εξετάζοντας το παράδειγμα αυτό, αντιλαμβανόμαστε ορισμένα βασικά σημεία σχετικά με τη διαφοροποίηση μέσω της μεταβολής της υφής. Καταρχάς, δεν πρέπει να συγχέουμε την μεταβολή μέσω υφής (1, 2, 3), η οποία δεν μεταβάλει την ορατότητα των επιπέδων διαφοροποίησης, με τη μεταβολή μέσω μεγέθους (7) η οποία μεταβάλει την ορατότητα των επιπέδων διαφοροποίησης. Η υφή είναι επιλεκτική και μας επιτρέπει να διακρίνουμε μεταξύ επιφανειών (4) ή γραμμών (6) της ίδιας ορατότητας. Δύναται να προσφέρει τρία επίπεδα επιλεξιμότητας και επιπλέον μας επιτρέπει να διαφοροποιήσουμε υπερτεθήσες επιφάνειες (9) διαθέτοντας «διαφάνεια». Η υφή είναι συσχετιστική και παρέχοντας σταθερή ορατότητα, μπορεί να συνδυαστεί με τον τόνο με στόχο τη διάκριση μεταξύ δύο κλιμάκων τιμών (10) που για παράδειγμα στην εικόνα (11) μας επιτρέπει να δούμε μια διαφοροποίηση από τα αριστερά προς τα δεξιά συνδυασμένη με μια κάθετη διαφοροποίηση μεταξύ χαρακτηριστικών. Παράλληλα, η υφή μπορεί να διαχωρίσει μια κλίμακα τιμών σε δύο, για παράδειγμα θετικά-αρνητικά όπως στην εικόνα (12) ή κατά προτίμηση όπως στην εικόνα (13). Τέλος, η υφή είναι διατάξιμη και διαθέτει την εξαιρετική ιδιότητα να αναδεικνύει διάταξη μεταξύ χαρακτηριστικών χωρίς να επηρεάζει την ορατότητα τους (για παράδειγμα οι επιφάνειες στην εικόνα-4 είναι όλες το ίδιο ορατές, διατεταγμένες παράλληλα μέσω της υφής).

 

 

 

Διαθέτουμε την πληροφορία της εικόνας (5). Αυτή η πληροφορία «μεταγραφόμενη» μέσω του τόνου (6) παρουσιάζει την εικόνα (7), μια εικόνα «βορρά-νότου». Επιλέγοντας ωστόσο να μεταγράψουμε την πληροφορία μέσω της διάταξης του χρωματικού φάσματος (8), παράγεται μια εικόνα (9) «ανατολικά-δυτικά». Ο προσανατολισμός αυτός δεν δύναται να αγνοηθεί, δεδομένου ότι το ανθρώπινο μάτι αφομοιώνει τα δύο άκρα του φάσματος ως μία ενιαία αντίληψη σε αντιπαραβολή με την ενότητα που διαμορφώνουν τα κεντρικά χρώματα. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι τα άκρα είναι «σκοτεινά» ενώ τα κεντρικά χρώματα «φωτεινά» (8, 3). Συνεπώς βλέπουμε ότι η αντίληψη των τόνων κυριαρχεί της αντίληψης των χρωμάτων (γεγονός που επιβεβαιώνεται από την εικόνα 11 η οποία αναδεικνύει την κατανομή «βορρά-νότου» της πληροφορίας, λαμβάνοντας τη διάταξη των χρωμάτων σύμφωνα με τον τόνο τους – εικόνα 10). Συμπερασματικά, διαπιστώνουμε ότι η επιλεξιμότητα του χρώματος διαφοροποιείται ανάλογα του τόνου (βέλτιστη επιλεξιμότητα επιτυγχάνεται για φωτεινούς τόνους μέσω του πράσινου, κίτρινου και πορτοκαλί και για σκοτεινούς τόνους μέσω του κόκκινου, μπλε και μοβ - εικόνα 1). Επιπλέον, διατηρώντας τη διάταξη του χρωματικού φάσματος τα «καθαρά» χρώματα δημιουργούν δύο οπτικές ομάδες και συνεπώς η απεικόνιση διατάξιμων δεδομένων μέσω αυτών των χρωμάτων εμποδίζει την ανάδειξη της πληροφορίας όπως είδαμε στην εικόνα (9). Τέλος, χρώματα του ίδιου τόνου δεν είναι οπτικά διατάξιμα (εικόνα–2) και συνεπώς δεν μπορούν να απεικονίσουν διατάξιμη πληροφορία.

 

 

 

Στο συγκεκριμένο παράδειγμα, επιχειρείται η ανάδειξη των ομαδοποιήσεων των νομών της Ελλάδας με βάση το μέσο ετήσιο ρυθμό μεταβολής του πληθυσμού τους για την περίοδο 1981-1991. Ανεξάρτητα της μεθόδου και της ορθότητας της κατηγοριοποίησης της συνιστώσας που απεικονίζεται στον άξονα z της εικόνας, παρατηρούμε ότι επιχειρήθηκε να αναδειχθεί μία διατεταγμένη κατηγοριοποίηση τιμών με χρήση των μεταβλητών τόνου, υφής και σχήματος. Ωστόσο, η συγκεκριμένη υλοποίηση διακρίνεται για μια σειρά λανθασμένων επιλογών που δημιουργούν σύγχυση και αμφιβολία στον αναγνώστη ως προς την εικόνα που επιθυμούμε να αναδείξουμε. Καταρχάς, ο συνδυασμός των μεταβλητών τόνου, υφής και σχήματος είναι προφανές ότι «κυριαρχείται» από τις ιδιότητες της μεταβλητής με το υψηλότερο επίπεδο οργάνωσης, δηλαδή του τόνου που είναι και διαχωριστικός (προσδίδει μεταβλητή ορατότητα). Το πρόβλημα στο συγκεκριμένο χάρτη είναι ότι η οπτική διάταξη που αναδεικνύουν οι επιλογές τόνου και σχήματος για τα διάφορα επίπεδα διαφοροποίησης, δεν αντιστοιχεί στη διάταξη των επιπέδων αυτών. Συνεπώς, η οπτική διάταξη που αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης βάσει των επιλεχθέντων οπτικών μεταβλητών και επιπέδων διαφοροποίησης δεν είναι σύμφωνη με τη διάταξη των κλάσεων που καθορίστηκαν για τη συνιστώσα που εξετάζεται. Συγκεκριμένα, τα επίπεδα διαφοροποίησης 2, 3, 4 και 5 είναι προφανές ότι δεν αναδεικνύουν την ίδια οπτική διάταξη με τις κλάσεις που απεικονίζουν. Επιπλέον, δεδομένου ότι η κλίμακα τιμών αφορά αρνητικές και θετικές τιμές, ο διαχωρισμός αυτός σε δύο κλίμακες δεν δύναται να αναδειχθεί (στην περίπτωση αυτή ίσως την αποτελεσματικότερη λύση αποτελούσε ο συνδυασμός τόνου και υφής). Επίσης, ένα σφάλμα που δημιουργεί σύγχυση στον αναγνώστη προκύπτει από το contrast φόντου και θεματικής πληροφορίας. Διατηρώντας το ίδιο contrast μεταξύ του υποβάθρου Ελλάδας και των υπολοίπων χωρών, ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται τις υπόλοιπες χώρες να ανήκουν στο πρώτο επίπεδο διαφοροποίησης της συνιστώσας και να ομαδοποιούνται μαζί με τους νομούς της Ελλάδας που επίσης ανήκουν στην ίδια κλάση. Ο ακόλουθος χάρτης αποδίδει πολύ πιο αποτελεσματικά την οπτική διάταξη της συνιστώσας που εξετάζουμε με τον κατάλληλο συνδυασμό των μεταβλητών τόνου, υφής και σχήματος ώστε να αποδίδεται η διάταξη που ορίζει η συνιστώσα (να σημειωθεί εδώ ότι η επιλογή ακόμα καταλληλότερων συνδυασμών θα μπορούσε να αναδείξει καλύτερα το αιτούμενο, ωστόσο οι δυνατότητές μας περιορίζονται σημαντικά από τα διαθέσιμα μέσα και τους περιορισμούς που αυτά θέτουν ως προς τις διαθέσιμες επιλογές εφαρμογής των κατάλληλων μεταβολών των οπτικών μεταβλητών).

 

 

 

Η ανάδειξη του διαχωρισμού της κλίμακας σε θετικά και αρνητικά θα μπορούσε να επιτευχθεί βέλτιστα με τη χρήση συνδυασμού υφής και τόνου όπως φαίνεται και στο Παράδειγμα 5 (σελ.56), ωστόσο οι περιορισμοί των διαθέσιμων μέσων χαρτογράφησης όπως προαναφέρθηκε δεν μας επιτρέπουν στην παρούσα εργασία να δώσουμε και έναν χάρτη Ελλάδας που να υλοποιεί τον συγκεκριμένο συνδυασμό.

 

 

 

 

Στο συγκεκριμένο παράδειγμα, ο δημιουργός του χάρτη επιχειρεί να αναδείξει τη χωρικής κατανομής της συνιστώσας «δείκτης βρεφικής θνησιμότητας» και χρησιμοποιεί τη μεταβλητή τόνο για την ανάδειξη της διάταξης που δημιουργούν οι επιλεγόμενες κλάσεις τιμών της συνιστώσας. Ωστόσο, διαπιστώνουμε ότι το τρίτο επίπεδο διαφοροποίησης έπρεπε να προηγείται του δεύτερου, διότι οπτικά δημιουργούν αντίστροφη διάταξη σε αντιστοιχία με τη διάταξη των κατηγοριών της συνιστώσας. Επιπλέον, η διαφοροποίηση και επιλεξιμότητα μεταξύ των κλάσεων θα μπορούσε να βελτιωθεί (σε αυτή την κλίμακα, η διακριτότητα μεταξύ των επιπέδων διαφοροποίησης 4 και 5 είναι αμφίβολη), εφόσον επιλεγόταν ένας συνδυασμός των μεταβλητών τόνου, υφής και σχήματος για την απόδοση της μεταβολής. Η προτεινόμενη κατασκευή για αυτό το σκοπό είναι ο ακόλουθος χάρτης.

 

 

 

 

 

 

Ο χάρτης του συγκεκριμένου παραδείγματος, επιχειρεί να αναδείξει τη συνιστώσα «συμπληρωμένη ένταση γεννητικότητας της κοορτής 1940», δηλαδή τον αριθμό παιδιών που αντιστοιχούν στις γυναίκες της γενεάς 1940 ανά νομό της Ελλάδας. Εφόσον η κατηγοριοποίηση της συγκεκριμένης συνιστώσας είναι διατεταγμένη, η επιλογή της μεταβλητής τόνου για την ανάδειξη της χωρικής κατανομής δεν είναι λανθασμένη ως προς την καταλληλότητα και αποτελεσματικότητα ανάδειξης αυτής της διάταξης, αλλά ως προς την εικόνα που δημιουργεί στον αναγνώστη σχετικά με τη μορφή της κατανομής με βάση τις επιλεγόμενες μεταβολές του τόνου. Είναι προφανές ότι με τις μεταβολές του τόνου που χρησιμοποιήθηκαν για την απεικόνιση των επιπέδων διαφοροποίησης, δημιουργείται στον αναγνώστη μια σχεδόν αντίστροφη εικόνα της πραγματικότητας και συνεπώς νομοί με χαμηλή ένταση γεννητικότητας αναδεικνύονται ως οι πλέον «ισχυροί» ως προς το φαινόμενο και αντιστρόφως. Το πρόβλημα εντοπίζεται μετά το δεύτερο επίπεδο διαφοροποίησης, όπου ουσιαστικά οι μεταβολές του τόνου θα έπρεπε να είναι αντίστροφα αντιστοιχισμένες. Η «πραγματική» εικόνα της χωρικής κατανομής του φαινομένου φαίνεται στον ακόλουθο χάρτη.

 

 

 

 

Παράδειγμα 10

Το αρχικό ζητούμενο στο συγκεκριμένο παράδειγμα είναι να αναδείξουμε την «εικόνα» της χωρικής κατανομής (για τους νομούς της Ελλάδας) όσον αφορά τη συμπληρωμένη γονιμότητα (μέσο αριθμό παιδιών ανά γυναίκα) κατά το 1991 για τις γενεές 1930, 1940 και 1995. Η ανάγκη συγκριτικής παρατήρησης της έντασης της γονιμότητας των εξεταζόμενων γενεών ώστε να εξαχθούν κάποια συμπεράσματα ως προς τη συμπεριφορά των γυναικών στη διάρκεια του χρόνου και να αποτυπωθούν οι χωρικές διαφοροποιήσεις που προκύπτουν από τη συγκεκριμένη διαγενεακή ανάλυση, αντιμετωπίστηκε με τη δημιουργία των παρακάτω χαρτών (Χάρτης 1-3), όπου οι συγκεκριμένες επιλογές θεωρήθηκαν ως οι βέλτιστες υπό τους περιορισμούς που θέτουν τα διατεθέντα εργαλεία γραφικής απεικόνισης και θεματικής χαρτογράφησης. Η προτεινόμενη επιλογή οπτικών μεταβλητών αφορά τη χρήση των μεταβολών τόνου και υφής, διατηρώντας κοινές επιλογές στα επίπεδα διαφοροποίησης που εκφράζουν παρόμοιες κατηγορίες τιμών της μεταβλητής, ώστε να εξασφαλίζεται η συγκρισιμότητα των χαρτών. Η επιλογή αποκλειστικά μιας μεταβολής χρωματικού τόνου, θα μπορούσε υπό συνθήκες να μας εξασφαλίσει το επιθυμητό αποτέλεσμα ωστόσο η διαφοροποίηση των επιπέδων και η διακριτότητα των χωρικών κατανομών δεν είναι το ίδιο ξεκάθαρη και αποτελεσματική όπως με τη χρήση επιπλέον των μεταβολών υφής.

 

Το δεύτερο ζητούμενο αφορά στην ανάδειξη της χωρικής κατανομής της ποσοστιαίας μεταβολής της έντασης της γονιμότητας των γενεών στις εξεταζόμενες χρονικές περιόδους 1930-1940 και 1940-1995. Ομοίως, η ανάγκη συγκριτικής παρατήρησης των χαρτών αντιμετωπίστηκε μέσω των μεταβολών τόνου και υφής, στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως τίθεται παράλληλα και το ζήτημα ανάδειξης του διαχωρισμού της κλίμακας των τιμών στα δύο (αρνητικά-θετικά). Η μεταβολή της υφής χάριν στις συσχετιστικές και διακριτικές της ιδιότητες, αποτελεί εξαιρετική επιλογή σε συνδυασμό με τον τόνο για την ανάδειξη της διάταξης διατηρώντας παράλληλα τη διακριτότητα (ορατότητα) των επιπέδων διαφοροποίησης.