ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

 

Το Τμήμα μας μέσω του ΕΠΕΑΚ (Επιχειρησιακού Προγράμματος Εκπαίδευσης και Αρχικής Επαγγελματικής Κατάρτισης)  χρηματοδοτήθηκε από το Υπουργείο Παιδείας (1999 –2001) για την αναμόρφωση του Προγράμματος Σπουδών του. Μια από τις δράσεις του προγράμματος αυτού ήταν και η παραγωγή σύγχρονου εκπαιδευτικού υλικού (πιλοτική παραγωγή νέων εποπτικών μέσων υποβοηθητικών της διδασκαλίας σε συγκεκριμένα γνωστικά αντικείμενα). Έτσι, στα πλαίσια του προγράμματος αυτού δημιουργήσαμε καταρχάς το CARTOGRAFIA, Πιλοτική εφαρμογή «αυτοματοποιημένης» θεματικής χαρτογράφησης (σειρά Ερευνητικών Εργασιών του Εργαστηρίου Δημογραφικών και Κοινωνικών Αναλύσεων, Νο 1, Bόλος, 2001), που διενεμήθη στους φοιτητές του ΤΜΧΠΠΑ στην αρχή του τρέχοντος ακαδημαϊκού έτους. Το ανά χείρα σας προϊόν  (DEMOGRAFIA, Εκπαιδευτικό Υλικό για τη διδασκαλία της δημογραφίας στα Α.Ε.Ι), αποτελεί μια δεύτερη πιλοτική εφαρμογή στα πλαίσια της ιδίας δράσης.

Επιστήμη του “πληθυσμού” μη «θεραπευόμενη» στην χώρα μας μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1970, η Δημογραφία, στη διάρκεια των τελευταίων μεταπολεμικών δεκαετιών συγκεκριμενοποίησε τις δικές της μεθόδους και ανέπτυξε τα πεδία αναφοράς της, ελκύοντας διεθνώς έναν αυξανόμενο αριθμό ερευνητών που της αφιερώνουν αποκλειστικά ή μερικά το χρόνο τους. Κατέκτησε οριστικά την αυτονομία της, η οποία κατοχυρώθηκε και με την εισαγωγή της στα πανεπιστημιακά ιδρύματα μιας σειράς χωρών τόσο στην Ανατολή, όσο και στη Δύση. Σήμερα, οι μέθοδοί της -και τα αποτελέσματα τους-, χρησιμοποιούνται ευρύτατα από πληθώρα συγγενών επιστημών αντικατοπτρίζοντας έτσι τη θέση που έχει πλέον κατακτήσει στον κόσμο του σήμερα. Μια τέτοια ανάπτυξη φυσικά είναι αδύνατο να κατανοηθεί κάνοντας αφαίρεση των κεκτημένων τόσο των θετικών όσο και των ανθρωπιστικών επιστημών, με τις οποίες είναι αμφίδρομα συνδεδεμένη. Έτσι, οι ίδιες αυτές συνθήκες που δεν επέτρεψαν διεθνώς την άνδρωση και αυτονόμησή της νωρίτερα, συμβάλλουν σήμερα στη γρήγορη ανάπτυξή της.

Ας προσπαθήσουμε να προσδιορίσουμε το αντικείμενο της σχετικά «νέας» αυτής επιστήμης: από τους πρώτους, το 1895 ο Βέλγος A. Guillard[i] προσπάθησε να ορίσει τη Δημογραφία σαν τη φυσική και κοινωνική ιστορία των ανθρώπων, ή αλλιώς τη μαθηματική γνώση των πληθυσμών, των γενικών αλλαγών τους και των φυσικών, πολιτικών, πνευματικών και ηθικών συνθηκών που τις παράγουν, δίνοντας έναν ορισμό φυσικά ασαφή και ανεπαρκή επιστημονικά για σήμερα. Μισό αιώνα αργότερα, τα Ηνωμένα Έθνη[ii], στο δημογραφικό πολυγλωσσικό λεξικό που εκδίδουν, χαρακτηρίζουν ακόμη τη δημογραφία σαν “την επιστήμη εκείνη που έχει σαν πεδίο αναφοράς την ανάλυση/ μελέτη των ανθρώπινων πληθυσμιακών συνόλων”, ανάλυση/ μελέτη που αναφέρεται στο μέγεθός τους, τη δομή, την εξέλιξη και τα γενικά χαρακτηριστικά τους από μια περιγραφική ποσοτική σκοπιά. Ο ορισμός αυτός περιορίζει τη δημογραφία σε μια περιγραφική ποσοτική καταγραφή των πληθυσμιακών συνόλων, τόσο στατική όσο και δυναμική, αφού αναφέρεται τόσο στην εικόνα που παρουσιάζουν σε μια χρονική στιγμή, όσο και στην εξέλιξή τους (βλ. μεταλλαγή, ανανέωση, αναπροσαρμογή). Τέλος, ένα τέταρτο του αιώνα αργότερα, η Διεθνής Ένωση για την επιστημονική μελέτη του πληθυσμού[iii], ορίζει ακόμη τη Δημογραφία σαν την επιστήμη που έχει στόχο τη μελέτη των πληθυσμιακών συνόλων, του μεγέθους τους και της δομής τους, της εξέλιξής τους και των γενικών χαρακτηριστικών τους, κύρια από ποσοτική σκοπιά.

Αυτή η σαφής επικράτηση- δυνάστευση του “ποσοτικού” στοιχείου στη δημογραφία, οδήγησε συχνά στο παρελθόν στην αντιμετώπισή της όχι σαν μια επιστήμη “αφ΄ εαυτού”, αλλά σαν σύνολο τεχνικών ανάλυσης στην υπηρεσία των ανθρωπιστικών επιστημών, όπου και αξιωματικά ανήκει. Ταυτόχρονα όμως, ανοίγει και τους ασκούς του Αιόλου, προσδιορίζοντας ένα πεδίο αναφοράς τα όρια του οποίου παραμένουν ασαφή και απροσδιόριστα. Έτσι για παράδειγμα στην προσπάθεια να διακρίνουμε αν η έννοια της “δομής” του πληθυσμού είναι δυνατό να προσδιοριστεί σαφώς, ανακαλύπτουμε ότι η έννοια αυτή εμπερικλείει τόσο την ηλικία, το φύλλο, την οικογενειακή κατάσταση όσο και την εθνικότητα, τη θρησκεία, τη γλώσσα, το επάγγελμα, το χρώμα κ.λ.π. και το ίδιο πρόβλημα συναντούμε αναφερόμενοι στα “γενικά χαρακτηριστικά του πληθυσμού”, όπου, ανάλογα με το σύστημα αναφοράς που θα υιοθετήσουμε, συσχετίζονται εξ΄ ίσου με την γενετική, τη βιομετρία, την ψυχομετρία κ.λ.π.. Διαπιστώνεται έτσι μια αδυναμία ανάδειξης κοινού παρονομαστή αναφοράς, εκτός του γεγονότος ότι όλα αφορούν /ανάγονται σε άτομα που συνθέτουν ένα πληθυσμιακό σύνολο και μπορούν συνήθως να παρουσιαστούν με τη μορφή στατιστικών σειρών. Γίνεται όμως ευνόητο, ότι διακηρύσσοντας ως πεδίο μελέτης της δημογραφίας οτιδήποτε αναφέρεται στα μετρήσιμα χαρακτηριστικά ενός πληθυσμού ή ακόμη σ΄ αυτά τα χαρακτηριστικά που επιτρέπουν την εφαρμογή των τεχνικών της δημογραφικής ανάλυσης, υιοθετούμε έναν απαράδεκτα ασαφή επιστημονικά ορισμό.

Εντοπίζοντας αυτές τις αδυναμίες, διάφοροι δημογράφοι στη μεταπολεμική περίοδο προσπάθησαν να άρουν τις αντιφάσεις είτε παραπλέοντας το σκόπελο, είτε αντιμετωπίζοντάς τον μετωπιαία. Έτσι, π.χ., ο R. Pressat στο Δημογραφικό Λεξικό του[iv] ορίζει τη Δημογραφία ως εξής: “Αυτή αναφέρεται στη μελέτη των πληθυσμών σε σχέση με την μεταλλαγή-αναπαραγωγή τους δια των γεννήσεων, θανάτων και μεταναστευτικών μετακινήσεων. Η μελέτη αυτή αφορά πιο συγκεκριμένα (α) τη θέση των πληθυσμιακών αυτών συνόλων, δηλαδή του δυναμικού μεγέθους τους και της σύνθεσής τους με βάση διάφορα κριτήρια (φύλο, ηλικία κ.λ.π.), (β) τα διάφορα “γεγονότα” που επιδρούν άμεσα στη σύνθεση και εξέλιξη των πληθυσμιακών συνόλων (γεννητικότητα, θνησιμότητα, γαμηλιότητα, μετανάστευση κ.λ.π.) και τέλος (γ) τις αμφίδρομες σχέσεις που υπάρχουν ανάμεσα στις προηγούμενες πληθυσμιακές δομές και την εξέλιξή τους από την μια μεριά και τα δημογραφικά “φαινόμενα” που αποτελούν το υπόβαθρό τους από την άλλη. Κατ΄ αυτόν τον τρόπο μια τέτοιου τύπου μελέτη ολοκληρώνεται βασικά σε τρεις φάσεις: αυτή της συλλογής των απαραίτητων δεδομένων, εν συνεχεία της ποσοτικής τους ανάλυσης (δημογραφική ανάλυση) και τέλος αυτήν της αναζήτησης των σχέσεων αιτίου - αιτιατού, όπου τα αποτελέσματα της πρότερης ανάλυσης συγκεράζονται με τα “κεκτημένα” συναφών της δημογραφίας πεδίων (βιολογία, γενετική, δίκαιο, οικονομία, ιστορία, ψυχολογία, κοινωνιολογία κ.λ.π.), στοχεύοντας να ερμηνεύσουν τα αποτελέσματα αυτά και πιθανώς να προβλέψουν το κοντινό μέλλον. Αυτή η τελευταία φάση όπως είναι επόμενο, δίνει στη δημογραφία και την πολυεπιστημονική της διάσταση.

Υιοθετώντας την ίδια περίπου οπτική γωνία, δύο γνωστοί δημογράφοι, οι A. Gerard και G. Wunsch[v] ορίζουν ως εξής το αντικείμενο της δημογραφίας: “η δημογραφία στοχεύει στη μελέτη της μεταλλαγής των πληθυσμιακών ενοτήτων ή του ``εποικισμού``, με την ενεργητική χροιά του όρου, στα πλαίσια ενός συνόλου καθορισμένου στο χώρο και κοινωνικά προσδιορισμένου”. Κατά τους ίδιους, οι μεταλλαγές του πληθυσμού καθορίζονται από τρεις βασικές συνιστώσες: τη γεννητικότητα, τη θνησιμότητα και τη γεωγραφική κινητικότητα (των οποίων έκφραση είναι οι γεννήσεις, οι θάνατοι και οι μετακινήσεις στο χώρο) που συνάμα καθορίζουν και τη θετική ή αρνητική εξέλιξη των υπό εξέταση πληθυσμιακών ενοτήτων. Κάθε μια από τις τρεις αυτές συνιστώσες είναι όμως το αποτέλεσμα, η σύνθεση δύο βασικών συντελεστών: αφενός μεν μιας πιθανότητας-τάσης (για αναπαραγωγή, θάνατο ή μετανάστευση) αφετέρου δε του πλήθους των ατόμων που υπόκεινται σ΄ αυτό τον “κίνδυνο” (“κίνδυνο” χωρίς αξιολογική χροιά). Φυσικά, αυτή η “τάση” πιθανόν να μην είναι ίδια για όλα τα άτομα: Κατανέμοντας τον πληθυσμό με βάση ορισμένα κριτήρια/ χαρακτηριστικά γίνεται δυνατή η δημιουργία ομοιογενών υποσυνόλων ως προς την πιθανότητα αναπαραγωγής, θανάτου ή μετανάστευσης (φυσικά τα υποσύνολα αυτά πρέπει να μην στερούνται “σημασίας” από δημογραφική σκοπιά, δηλ. να έχουν σημαντική επίδραση στις μεταλλαγές των πληθυσμιακών ενοτήτων που εξετάζουμε). Τα προαναφερθέντα υποσύνολα συνθέτουν τη δημογραφική δομή του πληθυσμού, που είναι “σχετική” στο χώρο και το χρόνο (η έννοια αυτή της σχετικότητας της δημογραφικής δομής είναι δεδομένη από τον ορισμό του πεδίου της δημογραφίας, -βλέπε ανωτέρω-). Τέλος, αν με τα κριτήρια - χαρακτηριστικά αυτά, καθορίζοντας τα επί μέρους πληθυσμιακά υποσύνολα, καθορίζουμε και τη δημογραφική δομή του πληθυσμού, πρέπει παράλληλα να ορίσουμε και τον «πληθυσμό»: Ως πληθυσμός ορίζεται σαν ένα ανθρώπινο σύνολο, σαφώς καθοριζόμενο στο χώρο και κοινωνικά προσδιοριζόμενο. Έτσι π.χ. μπορούμε να μιλήσουμε για τον πληθυσμό μιας χώρας ή ακόμα για τον πληθυσμό ορισμένων περιοχών της που έχουν κάποια σημασία (πολιτικά, κοινωνικά ή οικονομικά): νομών, αγροτικών ή αστικών περιοχών, περιοχών γλωσσικά ή θρησκευτικά διαφοροποιημένων κ.λ.π.

Έτσι συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι στο πλαίσιο της ανάλυσης των πληθυσμιακών μεταλλαγών η δημογραφία στοχεύει αφενός μεν στον καθορισμό του ειδικού βάρους της κάθε συνιστώσας (γεννητικότητας, θνησιμότητας, γεωγραφικής κινητικότητας), αφετέρου δε στο διαχωρισμό, για κάθε μία από τις συνιστώσες αυτές, των επιδράσεων που ασκούν οι πληθυσμιακές δομές από τη μια μεριά και η πιθανότητα να συμβεί ή να μη συμβεί κάτι από την άλλη μεριά. Στοχεύοντας στα παραπάνω η δημογραφία θα πρέπει να είναι σε θέση να εξηγεί τόσο την προηγούμενη ιστορία των πληθυσμιακών ενοτήτων που εξετάζει όσο και να προβλέπει – στο μέτρο του δυνατού - τη μελλοντική τους πορεία. Φυσικά η ερμηνεία αυτή είναι αδύνατη χωρίς τη βοήθεια συγγενών επιστημών, εξ’ ου και ο πολυεπιστημονικός χαρακτήρας της νέας αυτής επιστήμης.

Ποια όμως η θέση της δημογραφίας στη χώρα μας? Δεν θα υπερβάλαμε αν ισχυριζόμασταν ότι η επιστήμη αυτή διανύει σήμερα ακόμη τα πρώτα της βήματα, αν και την τελευταία εικοσαετία διακρίνουμε ένα εντονότατο ενδιαφέρον τόσο στην κοινή γνώμη και στους πολιτικούς φορείς, όσο και σε περιορισμένους επιστημονικούς χώρους για τις δημογραφικές εξελίξεις και τις άμεσες και έμμεσες επιπτώσεις τους.  Στο σημείο αυτό οφείλουμε να εντοπίσουμε και μια σημαντική αντίφαση: εάν όντως  η Ελλάδα χαρακτηρίζεται από μια οξύτατη δημογραφική κρίση (όπως υποστηρίζουν μερικοί) και απαιτείται η χάραξη μιας  ενεργής δημογραφικής πολιτικής επί τη  βάσει μιας ενδελεχούς μελέτης και συστηματικής διερεύνησης των θεμάτων που άπτονται του πληθυσμού (ως και των επιπτώσεων τους), πως είναι δυνατόν η χώρα μας να παραμένει μία από τις ελάχιστες χώρες της Ευρώπης (των πρώην Ανατολικών χωρών συμπεριλαμβανομένων) που δεν διαθέτει Εθνικό Κέντρο Δημογραφικών Ερευνών και όπου δεν υπάρχουν οργανωμένες σπουδές στη Δημογραφία; Πως είναι δυνατόν στις αρχές του 2000 να διαιωνίζεται η κατάσταση αυτή παρόλες τις συστάσεις θεσμικών οργάνων εδώ και δύο τουλάχιστον δεκαετίες; [vi]

Δυνάμεθα φυσικά, λαμβάνοντας υπόψη τα προαναφερθέντα δεδομένα και εκτιμήσεις, βάσιμα να θέσουμε το ερώτημα: Πού οφείλεται το ύστερο αυτό ενδιαφέρον για την δημογραφία στην χώρα μας και η πρότερη αντίφαση;

Αναμφισβήτητα η ύστερη ανάπτυξη των ανθρωπιστικών επιστημών και της κοινωνικής έρευνας στη χώρα μας σε άμεση συνάρτηση με την μη αναγκαιότητα ύπαρξης συναινετικών διαδικασιών στην κοινωνικό-οικονομική ζωή για την πρώτη τουλάχιστον μεταπολεμική περίοδο (1946-1960) είχαν αρνητικές επιπτώσεις. Η δημογραφική παιδεία και έρευνα στην περίοδο αυτή είναι σχεδόν ανύπαρκτες -μόλις αναδύονται στη διάρκεια της δεκαετίας του 1960- και η ερμηνευτική και αξιολογική δημογραφία στην διάρκεια της τελευταίας τριακονταετίας υπόκεινται τις συνέπειες, αδυνατώντας παράλληλα να αντλήσουν γνώσεις και να χρησιμοποιήσουν κεκτημένα συγγενών επιστημών για την αναζήτηση και διερεύνηση της εξέλιξης των δημογραφικών φαινομένων, την πρώτη προσέγγιση των αιτιών και επιδράσεών τους.

Οι προσδιοριστικοί καθοριστικοί παράγοντες που επέδρασαν και επιδρούν στην πορεία βασικών δημογραφικών συνιστωσών εικάζονται συνήθως στη βάση της διαθέσιμης διεθνώς βιβλιογραφίας[vii] και οι μέχρι σήμερα περιορισμένες έρευνες ελάχιστα συνέβαλαν στη γνώση και προσδιορισμό των σύνθετων παραμέτρων που επηρέασαν την πορεία των δημογραφικών φαινομένων, στο βαθμό που χαρακτηρίζονται από εμπειρισμό και άκριτη μεταφορά ερμηνευτικών σχημάτων και υποθέσεων -βλ. ακόμη αποσπασματική αντιγραφή ερωτημάτων- που συνήθως αρχίζουν ήδη να αναιρούνται και να αμφισβητούνται στις ανεπτυγμένες χώρες της δύσης την περίοδο που υιοθετούνται από τους Έλληνες μελετητές-ερευνητές στη χώρα μας. Παράλληλα η γενική ένδεια στοιχείων στις κοινωνικές επιστήμες, ιδιαίτερα έντονη στον τομέα της δημογραφίας, έχει άμεσες συνέπειες στη διερεύνηση των δημογραφικών φαινομένων και στις μεθόδους προσέγγισής τους. Αφ΄ ενός μεν ωθεί τους ίδιους αυτούς μελετητές - ερευνητές στη πρόκριση συχνά της συλλογής ποσοτικών δεδομένων σε βάρος της κριτικής αποστασιοποίησης τόσο από τον τρόπο συλλογής του υλικού όσο και από την μεθοδολογική - επιστημολογική κριτική των ταξινομικών κατηγοριών και των ερμηνευτικών σχημάτων που υιοθετούν (πόσο μάλλον που οι φορείς έρευνας/ χρήστες εκδηλώνουν σαφώς τη δυσφορία τους για χρηματοδότηση βασικής έρευνας και προκαταρκτικών μελετών κλασικής δημογραφικής περιγραφικής ανάλυσης, αναγκαίων για τη σύλληψη και υλοποίηση ερευνών πεδίου όπου manu militaris σύρονται σχεδόν όλοι). Αφ΄ ετέρου δε καθιστά προβληματική την αναδρομή ακόνη και στο κοντινό δημογραφικό παρελθόν της χώρας μας (πρώτο μισό του 20ου αιώνα), στο βαθμό που η πολυτάραχη ιστορία μας δεν επέτρεψε τη συλλογή στατιστικών δεδομένων (απαραίτητου υπόβαθρου για τη δημογραφική μελέτη και έρευνα) και  οδήγησε στην καθυστέρηση των καταγραφών και στην καταστροφή πηγών που ενδεχομένως θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν από την δημογραφική ανάλυση, δημιουργώντας έτσι σημαντικά κενά ακόμη και σ΄ αυτές τις περιορισμένες διαθέσιμες χρονολογικές σειρές. Οι εγγενείς αυτές -αλλά όχι ανυπέρβλητες δυσκολίες για όσους έχουν αποκτήσει μια κάποια σοβαρή δημογραφική παιδεία- οδηγούν συχνά στην πρόκριση της στιγμιαίας ή εγκάρσιας ανάλυσης σε βάρος της διαγενεακής/ διαμήκους και κατ΄ επέκταση σε αποσπασματική ανάγνωση της δημογραφικής πραγματικότητας με σημαντικές επιπτώσεις στην ερμηνεία των φαινομένων και στις προτάσεις για την αναστροφή της πορείας τους (χαρακτηριστικό παράδειγμα η μελέτη-παρουσίαση του προβλήματος της υπογεννητικότητας στη χώρα μας την τελευταία δεκαπενταετία).

Τέλος, δεν θα πρέπει να λησμονήσουμε τις επιπτώσεις της χωλής δημογραφικής παιδείας[viii]  που δίδεται στη χώρα μας και κατ΄ επέκταση τις ελλιπώς αφομοιωμένες δημογραφικές γνώσεις από μεγάλο τμήμα των άμεσα ή έμμεσα ενδιαφερομένων για τα δημογραφικά δρώμενα, ο αριθμός των οποίων διευρύνεται σημαντικά σε αντίθεση με αυτόν τον εξειδικευμένων επιστημόνων. Στο βαθμό όμως που η νεοελληνική κοινωνία προσπαθεί να υπερβεί τις αδυναμίες της, την ανάπηρή της αυτοπραξία και την αδύναμή της αυτογνωσία, η ανάγνωση και ανάλυση της πραγματικότητας και κατ΄ επέκταση των προβλημάτων που ανακύπτουν και των πιθανών αναγκαίων μέτρων (βλ. πχ ταχεία πτώση της γεννητικότητας, γήρανση, ασφαλιστικό… ) προσλαμβάνει ιδιαίτερα επείγον χαρακτήρα και προφανώς δεν είναι δυνατό να «αναμένει» την εμφάνιση ή δραστηριοποίηση ικανού αριθμού επιστημόνων με επαρκή και συναφή δημογραφική παιδεία. Έτσι στη διάρκεια της τελευταίας κυρίως εικοσαετίας, έχουμε στα επιστημονικά έντυπα αλλά κύρια στον ημερήσιο τύπο πληθώρα άρθρων, αναλύσεων και τοποθετήσεων που περιστρέφονται συνήθως γύρω από την υπογεννητικότητα και την πρώιμη γήρανση του ελληνικού πληθυσμού και τις άμεσες και απώτερες επιπτώσεις τους, τοποθετήσεις όπου αναδεικνύεται συχνότατα η στενή εθνικιστική αντίληψη για τα δρώμενα και μέλλοντα. Μια παράδοξη, ιδιόμορφη κατάσταση τείνει να παγιωθεί: αντί της ανάπτυξης του πολυεπιστημονικού χαρακτήρα της δημογραφικής μελέτης και έρευνας, του συγκερασμού των αποτελεσμάτων της εφαρμοσμένης δημογραφικής ανάλυσης με τα “κεκτημένα” συγγενών γνωστικών πεδίων και επιστημών (δίκαιο, οικονομία, ιστορία, κοινωνιολογία κλπ.) διαπιστώνουμε τον εμβρυακό χαρακτήρα της πρώτης και την ταυτόχρονη μονοπώληση του χώρου από όψιμα ενδιαφερομένους για τη δημογραφική θέση της χώρας μας επιστήμονες, προερχομένους από διαφορετικούς ορίζοντες που συνήθως δεν έχουν τα αναγκαία εφόδια για την διείσδυση της πραγματικότητας και την προσέγγιση των φαινομένων. Το κοινωνικό, οικονομικό, πολιτικό κ.ο.κ. status όμως των φορέων αυτών προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στην εκφρασμένη στα ΜΜΕ (και εν μέρει και στα επιστημονικά έντυπα) γνώμη τους και τείνει να αναγάγει σε απόλυτη, αναμφισβήτητη επιστημονική αλήθεια σκέψεις και αναλύσεις, συνήθως σε άμεση σχέση με τις ιδεολογικές τους και φιλοσοφικές τους τοποθετήσεις, που συχνά θα μπορούσαν, σε αυστηρά επιστημονικά πλαίσια, να αμφισβητηθούν από οιονδήποτε απόφοιτο πανεπιστημιακής δημογραφικής σχολής του εξωτερικού.

Παράλληλα, οι αντιδράσεις των εξειδικευμένων στη δημογραφία επιστημόνων και των ελαχίστων επιστημονικών σωματείων και φορέων έρευνας είναι άτονες. Η ένδεια των διαθέσιμων πόρων για έρευνα δεν επιτρέπει συχνά στους υπάρχοντες επιστήμονες -ή αυτούς που θα ήθελαν να εξειδικευθούν και να ενασχοληθούν με τα δημογραφικά θέματα- να διεξάγουν βασική και εφαρμοσμένη δημογραφική έρευνα. Όταν δε αυτό σπάνια επιτυγχάνεται, η ζήτηση συλλογής ποσοτικών δεδομένων άμεσα αναγνώσιμων μέσω της έρευνας πεδίου - ζήτηση που θα μπορούσε να καλυφθεί με χαμηλότερο κόστος από άλλους φορείς του Δημοσίου (βλ. π.χ. ΕΣΥΕ) -προκαθορίζει και την ποιότητα-κατεύθυνση των “ερευνών”. Παράλληλα η μικρή αυτή ιδιόμορφη δημογραφική επιστημονική κοινότητα, όταν και όπως παρεμβαίνει, συχνότατα, αντί να αποσαφηνίσει τους όρους, έννοιες, μεθοδολογικά εργαλεία που διαθέτει, έχοντας κριτική τοποθέτηση στα τεκταινόμενα, απαιτώντας την ανάπτυξη της παιδείας και της έρευνας και επισημαίνοντας τις επιφυλάξεις σε πορίσματα και θέσεις που καταλήγουν με ιδιαίτερη ευκολία στην διαπίστωση της “μεγαλύτερης δημογραφικής κρίσης” που γνώρισε ποτέ η Ελλάδα με σημαντικότατες “εθνικές, οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες” (συνέπειες που τείνουν να οδηγήσουν “στην εξαφάνιση του ελληνισμού” και την “απώλεια” της γεωγραφικής του βάσης), συντείνει συχνά με τη στάση της στην διάχυση μη επιστημονικά τεκμηριωμένων θέσεων.

Η χωλή δημογραφικής μας παιδεία δεν οφείλεται όμως μόνον στην απουσία οργανωμένων σπουδών και στην εμβρυακή δημογραφική έρευνα στην χώρα μας. Η ελληνική βιβλιογραφία σε θέματα που άπτονται του πληθυσμού είναι ιδιαίτερα περιορισμένη, σε αντίθεση με την πληθωρική σε όγκο παγκόσμια δημογραφική βιβλιογραφία. Δεν υπάρχει ακόμη δημογραφικό λεξικό στα ελληνικά, βασικά ξενόγλωσσα δοκίμια και συγγράμματα δεν έχουν μεταφρασθεί, τα διαθέσιμα διδακτικά συγγράμματα στα ελληνικά είναι ελάχιστα, ενώ οι σοβαρές μελέτες σε θέματα πληθυσμού την τελευταία πεντηκονταετία είναι πεπερασμένου αριθμού. Ταυτόχρονα απουσιάζουν πλήρως εκδόσεις απευθυνόμενες στο ευρύτερο κοινό που να στοχεύουν στην παρουσίαση και κατανόηση των βασικών δημογραφικών μηχανισμών και των άμεσων επιπτώσεών τους.  

Στα πλαίσια του τελευταίου Επιχειρησιακού Προγράμματος Εκπαίδευσης και Αρχικής Επαγγελματικής Κατάρτισης του Υπουργείου Παιδείας για την αναμόρφωση του Προγράμματος Σπουδών Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης, προσπαθήσαμε να καλύψουμε μερικώς το κενό αυτό. Μεταφράσαμε και εκδώσαμε καταρχάς το τελευταίο βιβλίο του αποθανόντος προ διετίας ελληνικής καταγωγής γάλλου οικονομολόγου και δημογράφου Γ. Ταπεινού (Δημογραφία, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Θεσσαλίας, Βόλος, 2002). Εν συνεχεία, αξιοποιώντας  και το υλικό που συλλέξαμε-δημιουργήσαμε στα πλαίσια του ερευνητικού προγράμματος «Πανδώρα- Ψηφιακός δημογραφικός Ατλάντας της Ελλάδας (ερευνητικού προγράμματος που χρηματοδοτήθηκε από την Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας), παρήγαμε  και το ανά χείρας σας CD-ROM.

Το υλικό που περιέχεται σε αυτό δύναται να χωρισθεί σε πέντε ενότητες.  Κατ’ αρχάς, στην πρώτη ενότητα,  δίδονται σε ψηφιακή μορφή οι σημειώσεις που διανέμονται στους φοιτητές του Τμήματός μας στα πλαίσια της διδασκαλίας της Δημογραφίας στο ΤΜΧΠΠΑ (ενός από τα ελάχιστα πανεπιστημιακά Τμήματα που έχει συμπεριλάβει την διδασκαλία της δημογραφίας ως υποχρεωτικού μαθήματος στο πρόγραμμα σπουδών). Εν συνεχεία- δεύτερη ενότητα- δίδεται ελληνο-γαλλικο-αγγλικο γλωσσάριο βασικών δημογραφικών όρων και δημογραφικό λεξικό που περιλαμβάνει την εξήγηση στα ελληνικά άνω των 100 όρων. Ακολουθούν –τρίτη ενότητα- σειρά άρθρων που εισαγάγουν στην δημογραφική ανάλυση και στην κατανόηση των δημογραφικών φαινομένων: Παρουσιάζεται κατ’ αρχάς ο πληθυσμός του πλανήτη μας και στη συνέχεια οι δημογραφικές εξελίξεις στην Ελλάδα και την ΕΕ- Βαλκάνια, η δημογραφική γήρανση στην μεταπολεμική Ελλάδα, οι προβληματισμοί μας για τις δημογραφικές εξελίξεις και προοπτικές στην χώρα μας –ως  και για την δημογραφική συγκυρία-. Ακολουθούν η παρουσίαση της πληθυσμιακής ανισοκατανομής στον ελληνικό χώρο, οι σύγχρονοι μέθοδοι χωροχρονικού προσδιορισμού της γεωδημογραφικής εξέλιξης αστικών περιοχών (εφαρμογή στον Νομό Αττικής), η  παρουσίαση των χωρικών διαστάσεων των δημογραφικών εξελίξεων στην περίοδο 1981-1991 και τέλος  η χωρική  ανάλυση της διαγενεακής γονιμότητας .

Η τέταρτη ενότητα συμπεριλαμβάνει έξι βασικά μαθήματα, συνοδευόμενα από ασκήσεις: i) Δημογραφική μετάβαση, ii) Η μεταβλητή «χρόνος» στην δημογραφική ανάλυση και το διάγραμμα του LEXIS, iii) Πληθυσμιακές πυραμίδες, iv) Μέσος ετήσιος ρυθμός μεταβολής ενός πληθυσμού, ν) Θνησιμότητα και πίνακες θνησιμότητας, vi) Γεννητικότητα-γονιμότητα- γαμηλιότητα. Στην ενότητα αυτή, τα μαθήματα iii-vi, συνοδεύονται από φύλλα EXCEL που περιέχουν συγκεκριμένα παραδείγματα και δίδουν την δυνατότητα στους φοιτητές μας να εξασκηθούν, δημιουργώντας πληθυσμιακές πυραμίδες, πίνακες θνησιμότητας-γονιμότητας, ή ακόμη υπολογίζοντας τους μέσους ετήσιους ρυθμούς μεταβολής.  Στην ενότητα αυτή δίδονται ταυτόχρονα οι υπολογισμοί και τα βασικά γραφήματα για τη δημογραφική ανάλυση της γονιμότητας και της πρωτογαμηλιότητας ανδρών και γυναικών, ως και για τις πληθυσμιακές δομές. Οι φοιτητές μας δύνανται έτσι να ελέγξουν την ορθότητα των υπολογισμών τους, αντικαθιστώντας τα υπάρχοντα δεδομένα με αυτά για οποιαδήποτε άλλη χωρική ενότητα. Συμπληρωματικά, δύνανται να προσφύγουν και στο site του εργαστηρίου http://www.demography-lab.org). Στο site αυτό που δημιουργήθηκε στα πλαίσια του προαναφερθέντος χρηματοδοτηθέντος από την ΓΓΕΤ ερευνητικού προγράμματος (και το υλικό του οποίου περιλαμβάνεται μερικώς και στο http://www.demographics.gr) τους δίδεται η δυνατότητα μέσω του Internet να υπολογίσουν -εκτός των άλλων- σε πραγματικό χρόνο πλήθος δεικτών (λιγότερο από 10’’ για το σύνολο των υπολογισμών) και εν συνεχεία να τους χαρτογραφήσουν on line και να τους σχολιάσουν, επιλέγοντας την  επιθυμητή χωρική ενότητα και χρονική περίοδο αναφοράς.

Τέλος, η πέμπτη ενότητα περιλαμβάνει μια μικρή βάση σε EXCEL, εμπεριέχουσα πληθυσμούς κατά πενταετείς ηλικιακές ομάδες (χώρα-περιφέρεια-νομός, 1981-2000) και μονοετείς ηλικιακές ομάδες (χώρα, 1982-2000) και γεγονότα (θανάτους, γεννήσεις, γάμους) κατά πενταετείς και μονοετείς ηλικιακές ομάδες αντίστοιχα. Οι φοιτητές μας δύνανται να ανατρέξουν στην βάση δεδομένων και να ασκηθούν υπολογίζοντας καταρχάς τους βασικούς δείκτες που επιτρέπουν την κατανόηση των δημογραφικών εξελίξεων της χώρας μας (ή ακόμη μιας περιφέρεις ή ενός νομού).

Θα ήθελα τέλος, κλείνοντας την σύντομη αυτή παρουσίαση να ευχαριστήσω όλους τους συνεργάτες του Εργαστηρίου Δημογραφικών και Κοινωνικών Αναλύσεων που εργάσθηκαν για την παραγωγή του ανά χείρας σας CDROM. Τους Ελ. Ανδρουλάκη, Ελ. Μπόζη, Ε.Παρασκευοπούλου (υποψήφιους διδάκτορες του ΤΜΧΠΠΑ), τους Μ. Βανταλή, Π. Μπαλτά (M.Sc. στην Πολεοδομία, Χωροταξία και Περιφερειακή Ανάπτυξη του ΤΜΧΠΠΑ), τον Ι.Δροσίδη, απόφοιτο του ΤΜΧΠΠΑ και τον Γ. Κουκλάκη, Προγραμματιστή-Μηχανικό Πληροφορικής (ΤΕΙ Αθήνας). Ελπίζω το υλικό αυτό να βοηθήσει τους φοιτητές του ΤΜΧΠΠΑ (αλλά και όλους  όσους παρακολουθούν το μάθημα της Δημογραφικής Ανάλυσης σε άλλα ΑΕΙ) αφενός μεν να κατανοήσουν τις βασικές αρχές της δημογραφικής ανάλυσης και να διευρύνουν τους «δημογραφικούς» ορίζοντες τους, αφετέρου δε να προβληματισθούν για τα δημογραφικά δρώμενα στον πλανήτη μας και στην Ευρώπη, τοποθετούμενοι κριτικά στις απλοϊκές παρουσιάσεις (βλ. ΜΜΕ) των σύγχρονων δημογραφικών εξελίξεων και τις ακραίες αξιολογικές θέσεις που συνήθως τις συνοδεύουν.

Καθ. Β. Κοτζαμάνης

Διευθυντής του Εργαστηρίου Δημογραφικών και Κοινωνικών Αναλύσεων



[i]. GUILLARD, Eléments de statistique humaine de démographie comparée, Bruxelles, 1895.

 

[ii]. ONU, Dictionnaire démographique multilingue, 1958, New York, Etudes démographiques no.29, ST/SOA/serie A/29.

 

[iii]. The International Union for Scientific Studies of Population, Dictionnaire démographique, Louvain, 1983.

 

[iv]. PRESSAT, Dictionnaire de Démographie, P.U.F., 1979, σελ.39-45.

 

[v]. GERARD, G. WUNSCH, Comprendre la démographie, 1973, Marabout Université, ed. Gerard & Co. Verniers.

 

[vi]. Ενδεικτικά και μόνον θα αναφερθούμε στις επερωτήσεις στην Βουλή για το θέμα αυτό και στις εργασίες της διακομματικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για την “Μελέτη του δημογραφικού προβλήματος της χώρας και τη διατύπωση προτάσεων για την αποτελεσματική αντιμετώπισή του”: στο ομόφωνα υιοθετηθέν προ δεκαετίας σχεδόν πόρισμά της (1993),  η Επιτροπή αυτή θεώρησε, ανάμεσα στα άλλα θεσμικά μέτρα, αναγκαία και την ενίσχυση της διδασκαλίας της Δημογραφίας στα ΑΕΙ και την παράλληλη ίδρυση Τμήματος Δημογραφίας. Ταυτόχρονα, επιστημονικοί και κοινωνικοί φορείς στις διάφορες παρεμβάσεις τους συνεχίζουν να επισημαίνουν την αναγκαιότητα ενίσχυσης τόσο συναφών σπουδών όσο και της δημογραφικής Έρευνας (και η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή –ΟΚΕ-, πριν λίγους μήνες, επανήλθε στο θέμα αυτό, προτείνοντας την ίδρυση ενός Ινστιτούτου Δημογραφικών μελετών) . Παρόλα αυτά -και παρά την πάροδο μιας σχεδόν δεκαετίας- κανένα Τμήμα Δημογραφίας δεν έχει δημιουργηθεί στα Ανώτατα Πανεπιστημιακά Ιδρύματα της χώρας (και φυσικά η ίδρυση ενός ερευνητικού ιδρύματος παραμένει στα επίπεδα των ευσεβών πόθων).

 

[viii]. Το πρόβλημα ξεκινά από το Γυμνάσιο και το Λύκειο. Τα θέματα που άπτονται του πληθυσμού εξετάζονται στα πλαίσια του μαθήματος της Γεωγραφίας που διδάσκεται στο Γυμνάσιο, σε δύο μόλις ενότητες: Στο βιβλίο  Γεωγραφίας της Α’ Γυμνασίου (3η Ενότητα, μαθήματα 33-35) και στο βιβλίο Γεωγραφίας της Β’ Γυμνασίου (2η Ενότητα, μαθήματα 9-11). Ως αποτέλεσμα έχουμε σημαντική  άγνοια  για τα βασικά δημογραφικά δεδομένα και έννοιες από τους εφήβους. Ενδεικτικά και μόνον (βλ. αναλυτικότερα το υπό ετοιμασία  πέμπτο τεύχος στη σειρά των Ερευνητικών Εργασιών του Εργαστηρίου Δημογραφικών και Κοινωνικών Αναλύσεων του Παν. Θεσσαλίας), παραθέτουμε κάποια αποτελέσματα από την προ τριετίας διεξαχθείσα έρευνα σε δείγμα 2.700 μαθητών της τελευταίας τάξης του Λυκείου στο Πολεοδομικού Συγκροτήματος Πρωτευούσης (έρευνα που διεξήχθη στα πλαίσια του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου για την Εκπαίδευση και Πληροφόρηση σε θέματα πληθυσμού  -EOPEI): ένα μόνο τρίτο των ερωτούμενων ήταν σε θέση  να δώσουν μια σωστή απάντηση για τον πληθυσμό του πλανήτη μας,  72% για την πολυπληθέστερη ήπειρο και 58% για την πολυπληθέστερη χώρα της γης. 42% βρήκαν την πολυπληθέστερη και 11% μόνον την μικρότερη πληθυσμιακά χώρα της Ε.Ε. 20% μόνον έδωσαν μια σωστή απάντηση για τον πληθυσμό της Ε.Ε, 12% για τον πληθυσμό των Βαλκανίων, 11% για τον πληθυσμό της Αλβανίας  και 30% για τον πληθυσμό της γειτονικής μας Τουρκίας.  16%  έδωσαν σωστή απάντηση στην ερώτηση για τον πληθυσμό της χώρας μας και 21% για τον πληθυσμό του νομού Αττικής. Τέλος μόνον 17% ήταν σε θέση να καταλάβουν μια πληθυσμιακή πυραμίδα και να βρουν τον πληθυσμό των κοριτσιών ηλικίας < 5 ετών που υπήρχε σε αυτήν…. (βλέπε Β. Κοτζαμάνης, Η δημογραφική άγνοια: οι γνώσεις των εφήβων για τα δημογραφικά γεγονότα και δρώμενα, ΣΕΙΡΑ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ ΤΟΥ ΕΔΚΑ,  Νο 5 (υπό έκδοση, Νοέμβριος 2002).