ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ

G.A. Gutenschwager

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

 

Πρόλογος

i

Περίληψη

iii

Abstract

vii

Εισαγωγή

1

1. Ο Θετικισμός και η «Δυσαρέσκειά» του

5

Θετικισμός

5

Σχετικισμός και Μεταμοντερνισμός

13

2. Φαινομενολογία και Ερμηνευτική

26

3. Διαλεκτικός Δομισμός (Structuralism)

42

Ο Δομισμός (Structuralism) του Piaget

44

Η «Δομιστική» (Structuration) Θεωρία του Giddens

51

O Κοινωνιοδραματικός (Sociodramatic) Δομισμός του Burke

Η Επιστήμη και η Κοινωνία

57

66

4. Η Θετικιστική Έρευνα για τη Χρήση του Χρόνου

71

Η Μέθοδος Χρήσης Χρόνου

71

Έρευνα Χρήσης Χρόνου και Δημόσια Πολιτική

79

Έρευνα Χρήσης Χρόνου στην Αθήνα

82

Μερικά Αποτελέσματα της Έρευνας

85

5. Η Φαινομενολογική Ανάλυση της Κοινωνικής Αλλαγής

107

Επίπεδα Πραγματικότητας

107

Η Κοινωνική Δομή: Τρεις Απόψεις της Πραγματικότητας

112

Ένα Υπόδειγμα για τη Μελέτη της Αλλαγής

Η Κοινωνική Αλλαγή σε Πλατύτερο Πλαίσιο

115

119

6. Η Κοινωνική Δομή της Υγείας και Ασθένειας

127

Κοινωνική Θεωρία και Ασθένεια

128

Η Θεσμοποίηση Κινδυνογόνου Συμπεριφοράς για την Υγεία

131

Η Ιστορία των Δυτικών Κοινωνικών Σχηματισμών

132

Ο Κίνδυνος Ασθενειών στο Σύγχρονο Καπιταλισμό

134

Επίλογος

Βιβλιογραφία

150

152

 

 


ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Όταν μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο ο σχεδιασμός (planning) στις Η.Π.Α. άλλαξε από σχεδιαστική δραστηριότητα και μετατράπηκε σε τεχνοκρατική διαδικασία, έγινε μια προσπάθεια η νέα αυτή επαγγελματική προσέγγιση να αποκτήσει επιστημονική βάση. Το κλίμα που επικρατούσε στα πανεπιστήμια των Η.Π.Α. την εποχή εκείνη, δεν επέτρεπε καμία άλλη έννοια στις κοινωνικές επιστήμες εκτός από αυτή του θετικισμού, μαζί, βέβαια, με τις οντολογικές και επιστημολογικές προϋποθέσεις τις οποίες μετέφερε από τις φυσικές επιστήμες. Οι επακόλουθες εξελίξεις, μέσα και έξω από το ακαδημαϊκό περιβάλλον, έχουν ήδη αμφισβητήσει το κατά πόσον ο θετικισμός επαρκεί για την κατανόηση της κοινωνίας, με όλη της τη πολυπλοκότητα, ιδίως στο βαθμό που η ανθρώπινη κοινωνία διαφέρει από τη φύση σε βασικά σημεία. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο θετικισμός πρέπει αναγκαστικά να εγκαταλειφθεί από οποιαδήποτε άποψη. Υπάρχουν, όμως, επιπρόσθετες σημαντικές διαστάσεις της κοινωνίας που δεν μπορούν να γίνουν κατανοητές από την άποψη του θετικισμού. Έτσι, υιοθετώντας έναν όρο από τον Thomas Kuhn, γίνεται εδώ μια προσπάθεια να εξερευνηθούν τα όρια και οι δυνατότητες όχι μόνο του θετικισμού αλλά και άλλων δυο «υποδειγμάτων» (paradigms) της φαινομενολογίας και του δομισμού (structuralism) με την ελπίδα ότι θα εξευρεθεί μια πιο ολοκληρωμένη κοινωνική επιστημονική βάση για τον σχεδιασμό.

Η φαινομενολογία ασχολείται με ουσιώδεις διαστάσεις της κοινωνίας που λείπουν από τη φύση όπως π.χ. η συνειδητότητα και η πρόθεση, και προσπαθεί να συγκροτήσει ένα υποδειγματικό, ή μετα-θεωρητικό πλαίσιο, για την κατανόηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς όχι απλώς σαν διαδοχή γεγονότων και επεισοδίων, αλλά σαν αποτέλεσμα σκέψης και σκοπού. Αυτό αμέσως θέτει το ερώτημα σχετικά με το πώς η συνειδητότητα και η πρόθεση εμφανίζονται, δεδομένου ότι δεν υπάρχει ανάλογος βιογενετικός προγραμματισμός, προϋποθέτοντας ότι η ανθρώπινη συμπεριφορά χαρακτηρίζεται από την απουσία παρόμοιου (έσχατου) προκαθορισμού. Εδώ σημαντικές διαδικασίες όπως η συνηθειοποίηση, η ρουτινοποίηση της συμπεριφοράς, που οδηγούν στην τυποποίηση και τελικά στη θεσμοποίηση παίζουν σημαντικό ρόλο, και όλα αυτά μέσα σ’ ένα κοινωνικό πλαίσιο που κατευθύνει αυτή τη διαδικασία χωρίς να την προκαθορίζει με οποιαδήποτε αιτιώδη έννοια. Σημασία έχει η διαλεκτική σχέση που χαρακτηρίζει τη σχέση του ατόμου με τη συλλογικότητα. Η συλλογικότητα κοινωνικοποιεί το άτομο με βάση τους κανόνες και τους ρόλους της. Το άτομο μπορεί πάντοτε να διαλέγει ποίους από αυτούς τους κανόνες και ρόλους θέλει να αποδεχθεί, σε ποιους να αντισταθεί, και για ποιούς να αμφιβάλλει, και όλα αυτά με πιθανές επιπτώσεις πίσω πάλι στη συλλογικότητα. Υπάρχει, συνεπώς, μια αμφισημία στην κοινωνική ευταξία την οποία οι μεταμοντέρνοι έχουν παρατηρήσει (και περί της οποίας έχουν υπερβάλει για δικούς τους λόγους). Αυτό προσδίδει αβεβαιότητα στις θετικιστικές ερμηνείες των κοινωνικών φαινομένων, οι οποίες δεν μπορούν να παραμεριστούν με επιφυλάξεις περί πιθανοτήτων κτλ.

Το κεφάλαιο περί δομισμού διερευνά άλλες διαστάσεις του κοινωνικού συνόλου, υποδεικνύοντας μορφές ρύθμισης που επίσης δεν μπορούν να εκπέσουν σε μηχανιστικές διατυπώσεις αιτίας-αιτιατού. Έννοιες ολότητας (το όλον δεν είναι απλώς το σύνολο των μερών) αυτορύθμιση και μετασχηματισμός συζητούνται εδώ. Όταν αυτές οι έννοιες διατυπώνονται με τρόπο όχι απλώς στατικό και περιγραφικό, και πάλι τίθεται το ερώτημα της διαλεκτικής. Πως συντίθεται το όλον; Πως συντελούνται η αυτορύθμιση και ο μετασχηματισμός κ.τ.λ.. Όλοι οι συγγραφείς που παρουσιάζονται εδώ δίνουν έμφαση στη διαδικασία της δόμησης και όχι τόσο πολύ στην ίδια τη δομή. Το ότι οι δομές έχουν ισομορφισμούς, τοπολογικά, και άλλα μαθηματικά χαρακτηριστικά δεν έχει τόση σημασία όσο το πώς αυτά τα χαρακτηριστικά δημιουργήθηκαν. Ο Piaget βασίζει τη συζήτηση του στη διαμόρφωση ψυχολογικών και νοητικών δομών. Ο Giddens δίνει έμφαση στη διαδικασία θεσμοποίησης, όπως περίπου την περιγράφουν οι φαινομενολόγοι. O Burke βρίσκει την εξήγηση στο αφήγημα, κυρίως στη δραματική μορφή, που θεωρεί σαν ουσιώδη μεταφορά για τη κατανόηση του πώς οι άνθρωποι δημιουργούν και συντηρούν (ή αλλάζουν) την κοινωνική δομή.

Όταν δίνουμε έμφαση στην επικοινωνία ως «αιτία» της κοινωνικής δομής, είμαστε σε θέση να προεκτείνουμε την παραδοσιακή, μηχανική, έννοια του σχεδιασμού ώστε να περιλάβει νέες αντιλήψεις σχετικά με το πραγματικό ρόλο του στην κοινωνία. Ο σχεδιασμός είναι «παρέμβαση» στην κοινωνία, όπως είναι και όλες οι κοινωνικές επιστήμες με ολιγότερο συμβατικό τρόπο. Οι μηχανικοί θεωρούν ότι ρόλος τους είναι να ελέγχουν και χειραγωγούν. Αυτός είναι ο σωστός ρόλος του σχεδιασμού; Εάν είναι έτσι, για ποιών τα συμφέροντα η κοινωνία (ή η φύση) θα χειραγωγηθεί και θα ελεγχθεί; Μπορεί ο σχεδιασμός να επαναπαυτεί και να υποθέσει ότι «πολιτικές διαδικασίες» θα εξασφαλίσουν δημοκρατικές διατυπώσεις των προτεραιοτήτων; Όλοι οι επιστήμονες και μηχανικοί τελούν υπό κάποιου είδους «κατ’ οίκον κράτηση» από την εποχή του Γαλιλαίου. Σε μεγάλο βαθμό η κατάσταση αυτή είναι ένα είδος αυτό-περιορισμού (ίσως για να αποφύγουν τη τύχη του Κοπέρνικου). Οι επιστήμονες γενικά, έχουν κάνει ιστορικούς συμβιβασμούς πρώτα με την εκκλησία και τώρα με την ηγεμονική αστική τάξη για να εξασφαλίσουν κοινωνικά οφέλη και (περιορισμένη) ελευθερία για να ασχοληθούν με τα πνευματικά τους ενδιαφέροντα. Αυτή «η στάση απέναντι στην ιστορία» (κοινωνία) έχει επιβληθεί από τους ίδιους τους επιστήμονες διότι έχει θεσμοποιηθεί, δηλαδή, θεωρείται αυτονόητη. Αυτό είναι, εν ολίγοις, μια κοινωνικά κατασκευασμένη μορφή κάθειρξης. Ωστόσο η επιστημονική δράση του σχεδιασμού που επιδιώκει να υπερπηδήσει τα όρια αυτής της θεσμοποιημένης τάξης μπορεί να αποβεί «επικίνδυνη». Η πολιτική απάθεια ενέχει ασφάλεια.

Συνεπώς ο σχεδιασμός ως επιστημονική δραστηριότητα αντιμετωπίζει διπλή πρόκληση. Κατ’ αρχήν πρέπει να κατανοήσει την κοινωνική του πραγματικότητα (σε αντίθεση με τη πραγματικότητα της φύσης). Δεύτερον πρέπει να κατανοήσει το δικό του ρόλο στη κατασκευή αυτής της κοινωνικά κατασκευασμένης πραγματικότητας που είναι και το αντικείμενο της μελέτης του. Η πρόκληση δεν είναι εύκολη και προεκτείνει τον σχεδιασμό πέρα από τα παραδοσιακά του όρια ως ακαδημαϊκή επαγγελματική δραστηριότητα. Αυτά τα όρια ξεπεράστηκαν για λίγο διάστημα τη δεκαετία του 1960 και έτσι έχουμε κάποια φευγαλέα εντύπωση για το τι θα μπορούσε να γίνει. Αλλά ο σχεδιασμός πρέπει να οξύνει την κατανόηση όχι μόνο για την κοινωνία στην οποία κάνει επέμβαση, αλλά και για την ίδια του τη ρητορική για να επεμβαίνει με τρόπο κοινωνικά και πολιτικά υπεύθυνο. Αυτό το τελευταίο θα είναι και το θέμα του δεύτερου μέρους του βιβλίου που θα αφορά στον Ανθρωπιστικό Σχεδιασμό.